Η άτεκνη Σιδερού

Το παραμύθι της εβδομάδας στον «Λακωνικό Τύπο»

Παρασκευή, 11 Ιούνιος 2021 12:27 | E-MAIL ΕΚΤΥΠΩΣΗ
Η άτεκνη Σιδερού

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας σιδεράς με τη γυναίκα του. Ήταν χρόνια παντρεμένοι. Ζούσαν σε μια πολιτεία. Η Σιδερού είχε έναν καημό. Ήθελε να αποκτήσει παιδί. Κάθε μέρα παρακαλούσε το Θεό να της δώσει ένα παιδάκι.

Μια μέρα λέει στον άντρα της: «Θα πάω στο ξωκλήσι του Προφήτη Ηλία να ανάψω τα καντήλια και να προσκυνήσω. «Να πας γυναίκα!» της λέει ο σιδεράς. Ξεκίνησε η Σιδερού με το μουλάρι της. Δρόμο πήρε, δρόμο άφησε… Κόντευε να φτάσει στο εκκλησάκι - στην κορυφή του βουνού - όταν είδε μια αρκούδα με το αρκουδάκι της. Φοβήθηκε και σταμάτησε. Η αρκούδα είπε στη Σιδερού με ανθρώπινη λαλιά: «Θα έρθεις εδώ δύο φορές ακόμη. Θα ανάψεις τα καντήλια. Κι αν κάνεις αυτό που θα σου ζητήσω, θα αποκτήσεις παιδί». Ύστερα η αρκούδα χάθηκε στο δάσος.

Η Σιδερού σάστισε. Όταν συνήλθε, προχώρησε κι έφτασε στο ξωκλήσι. Άναψε τα καντήλια. Καθάρισε τα εικονίσματα. Προσκύνησε την εικόνα του Προφήτη Ηλία. Μετά πήρε το δρόμο του γυρισμού. Μόλις μπήκε στο σπίτι της, ο σιδεράς την περίμενε. Του ιστόρησε όσα έγιναν. Εκείνος της λέει: «Γυναίκα, θα κάνεις ό,τι σου είπε η αρκούδα».

Την άλλη μέρα, η Σιδερού δρόμο παίρνει, δρόμο αφήνει, πάει πάλι στο εκκλησάκι. Ανάβει τα καντήλια. Στο γυρισμό συναντάει την αρκούδα. Της λέει: «Βλέπω, έκανες αυτό που σου είπα. Θέλω τώρα να φέρεις το πιο ευωδιαστό μύρο. Φτιάχνεται στα μυροπωλεία της Πόλης. Θα πας μόνη σου, χωρίς ανθρώπινη συντροφιά». Η Σιδερού λέει στην αρκούδα: «Πως θα πάω τόσο μακριά; Δεν έχω ταξιδέψει ποτέ μου». Της είπε η αρκούδα: «Θα βρεις τον τρόπο».

Η Σιδερού γυρίζει σπίτι της με βαριά καρδιά. Ο άντρας της τη ρωτάει: «Τι έγινε, γυναίκα;» «Αυτό κι αυτό, άντρα μου», του λέει. Ο σιδεράς της λέει: «Θα πας!» «Μόνη μου;»  ρωτάει αυτή. «Γυναίκα, αν κάνεις ό,τι σου πω, όλα θα πάνε καλά. Πήγαινε στο γείτονά μας. Δώσε του τρία χρυσά φλουριά και δανείσου το άλογό του. Έχει ανθρώπινη λαλιά κι είναι ανθρωπονόητο. Θα το έχεις οδηγό σου στο ταξίδι. Η αρκούδα είπε να μην πάρεις άνθρωπο μαζί σου, όχι ζώο». «Εντάξει, άντρα μου», λέει αυτή.

Μια και δυο πάει η Σιδερού στο σπίτι του γείτονα. Της ανοίγει αυτός και τη ρωτάει: «Τι ζητάς;» «Το άλογό σου θέλω», του λέει η γυναίκα. Του δίνει τα φλουριά. «Σύμφωνοι!» λέει ο γείτονας. Της έδωσε το άλογο. Η Σιδερού το πήγε σπίτι της. Ο σιδεράς της είπε: «Γυναίκα, θα σε ορμηνεύει το άλογο τι να κάνεις. Μην αψηφήσεις ό,τι σου πει».

Δρόμο πήρε, δρόμο άφησε η Σιδερού καβάλα στο άλογο. Όταν νύχτωσε, σταμάτησε σε ένα χάνι. Είπε στο άλογο: «Αν με χρειαστείς, χλιμίντρισε δυνατά». Η Σιδερού έδεσε το άλογο στην αυλή. Μπήκε στο χάνι να ξαποστάσει. Το ξημέρωμα το άλογο άρχισε να χλιμιντρίζει. Την πρώτη φορά η Σιδερού δεν το άκουσε. Κοιμότανε βαθιά. Τη δεύτερη κάτι άκουσε. Την τρίτη πετάχτηκε από το στρώμα. Έτρεξε στην αυλή. Ένας ληστής είχε πιάσει το άλογο από το χαλινάρι και το τραβούσε.

Η Σιδερού έβαλε τις φωνές: «Βοήθεια! Κλέβουν το άλογό μου!» Σήκωσε το χάνι στο πόδι. Ο χανιτζής βγήκε στην αυλή. Έριξε δυο τουφεκιές. Ο ληστής άφησε το άλογο κι έγινε άφαντος. Η Σιδερού πήρε το ζωντανό της κι έφυγε.

Μετά από δύο μέρες ταξίδι έφτασαν στην Πόλη. Λέει το άλογο στη Σιδερού: «Φτάσαμε! Η Πόλη έχει πολλά μυροπωλεία. Στην αγορά των μπαχαρικών είναι τα πιο ξακουστά. Πήγαινε εκεί κι αγόρασε μύρο. Θα σε περιμένω εδώ, για να φύγουμε». «Εντάξει!» είπε η Σιδερού και ξεκίνησε για την αγορά. Στο δρόμο υπήρχαν διαβάτες, μικροπωλητές, έμποροι και πάγκοι με όλα τα καλά.

Ένας ξένος με ένα κόκκινο πουλί στον ώμο είπε στη Σιδερού. «Πουλάω έναν παπαγάλο. Τον αγοράζεις;» «Τι πουλί είναι αυτό;» ρωτάει η Σιδερού. Ο ξένος λέει: «Είναι παπαγάλος. Θα σου φανεί χρήσιμος. Μιλάει με λόγια ανθρώπινα. Δε θα στον έδινα, μα έχω μεγάλη ανάγκη». Η Σιδερού ρώτησε: «Πόσο τόνε δίνεις;» «Δέκα χρυσά φλουριά», είπε ο ξένος.  Αυτή είπε: «Εντάξει!» Ο ξένος έβαλε τον παπαγάλο στον ώμο της Σιδερούς και του είπε: «Αυτή είναι τώρα το αφεντικό σου και θα την υπακούς».

Η Σιδερού προχώρησε και βρήκε το μυροπωλείο. Αγόρασε ευωδιαστό μύρο. Γύρισε στο άλογό της. Το πήρε κι έφυγε. Σε τρεις μέρες έφτασε στο σπίτι της. Άφησε εκεί τον παπαγάλο και γύρισε το άλογο στο αφεντικό του.

Ύστερα η Σιδερού κίνησε για το ξωκλήσι. Σαν έφτασε, μύρωσε τις εικόνες. Όταν έφυγε, είδε την αρκούδα, που της είπε: «Τα κατάφερες! Αν κάνεις αυτό που τώρα θα σου ζητήσω, θα πιάσεις παιδί. Θέλω να μου φέρεις μέλι από το μελίσσι της χρυσής καρυδιάς». Η Σιδερού ρώτησε: «Που είναι η χρυσή καρυδιά;» Η αρκούδα αποκρίθηκε: «Ψάξε και θα την βρεις!».

Η Σιδερού γύρισε σπίτι της. Ο άντρας της τη ρώτησε: «Τι έγινε;» Εκείνη είπε: «Αυτό που ζήτησε η αρκούδα, πως θα το βρω; Ποιος ξέρει που βρίσκεται η χρυσή καρυδιά;» Ο παπαγάλος πετάχτηκε και είπε: «Ξέρω εγώ!» Η Σιδερού δεν πίστευε στα αφτιά της. Ρώτησε τον παπαγάλο: «Μπορείς να μου φέρεις το μελίσσι;» Αυτός είπε: «Μπορώ! Φέρε μου ένα τσουβάλι». Η Σιδερού του το πήγε. Πήρε ο παπαγάλος το τσουβάλι και πέταξε μακριά.

Κάθισε στη φωλιά ενός αετού πάνω στα βράχια. Ο αετός τον ρώτησε: «Τι ζητάς;» Ο παπαγάλος είπε: «Θέλω το μελίσσι από τη χρυσή καρυδιά». Ο αετός του λέει: «Σου χρωστάω τη ζωή μου. Θα σου φέρω το μελίσσι… Μα θα προσέχεις τα αετόπουλά μου, όσο θα λείπω».

Ο αετός πέταξε στη χρυσή καρυδιά. Βρήκε το μελίσσι. Το έβαλε στο τσουβάλι, το γάντζωσε με τα νύχια του και γύρισε στη φωλιά του. Είπε στον παπαγάλο: «Πάρε το και φύγε. Μην αφήσεις το τσουβάλι μέχρι να φτάσεις, αλλιώς οι μέλισσες θα σε τσιμπήσουν». Ο παπαγάλος άρπαξε το τσουβάλι. Πέταξε για το σπίτι της Σιδερούς.

Σαν έφτασε, της είπε: «Έφερα το μελίσσι!» Εκείνη έβγαλε το μέλι από το μελίσσι με τη βοήθεια ενός μελισσουργού. Την άλλη μέρα η Σιδερού πήγε το μέλι στην αρκούδα. Η αρκούδα της είπε: «Πήγαινε στο ξωκλήσι. Προσκύνησε την εικόνα της Παναγίας. Θα πιάσεις παιδί». Έτσι κι έκανε.

Πέρασε κάμποσος καιρός κι η Σιδερού ένιωσε ζωή στα σπλάχνα της. Ήταν βέβαιη ότι περίμενε παιδί… Το είπε στον άντρα της κι έκαναν γλέντι τρανό. Και έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.

Δήμητρα Μπουμποπούλου

ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΟΛΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΒΙΒΛΙΟ
του Ηλία Μακρή
Το κλίκ της ημέρας
του Ηλία Μακρή
oncologists.gr

Πρόσφατα Νέα

Linardi Anastasia
Koutsoviti