Η αγκαθοχέρα

Το παραμύθι της εβδομάδας στον «Λακωνικό Τύπο»

Παρασκευή, 04 Ιούνιος 2021 12:16 | E-MAIL ΕΚΤΥΠΩΣΗ
Η αγκαθοχέρα

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν η αγκαθοχέρα. Ζούσε με τη μάνα της σε ένα χωριό. Τα χέρια της είχαν αγκάθια. Έτσι είχε γεννηθεί από παραξενιά της μοίρας. Ήθελε να έχει κανονικά χέρια. Στο χωριό την περιγελούσαν και στενοχωριόταν. Ήταν δύσκολο να πιάσει, να χαϊδέψει ή να αγκαλιάσει. Τα αγκάθια πλήγωναν ό,τι ακουμπούσε. Την εμπόδιζαν να κάνει ακόμα και τις καθημερινές δουλειές.

Μια μέρα είπε στην μάνα της: «Θα φύγω από το χωριό. Θα βρω τρόπο να διώξω τα αγκάθια από τα χέρια μου. Πληγώνω ό,τι υπάρχει γύρω μου». Η μάνα της είπε: «Ό,τι θες, παιδί μου! Αν θέλει ο Θεός, όλα θα φτιάξουν».

Η αγκαθοχέρα, δρόμο πήρε, δρόμο άφησε και έφτασε σε ένα δάσος. Κάθισε σε μια πέτρα να ξαποστάσει. Τότε φάνηκε ένας σκαντζόχοιρος εκεί. Της λέει: «Τι κάνεις εδώ; Μοιάζουμε σε κάτι εμείς οι δυο».  «Ναι, στα αγκάθια μας! Μόνο που εσένα τα αγκάθια σου, σου είναι χρήσιμα. Σε προστατεύουν από τα άλλα ζώα. Εμένα τα αγκάθια μου δε με αφήνουν να ζήσω ευτυχισμένη». Ο σκαντζόχοιρος είπε: «Ξέρω κάποιον που μπορεί να σε βοηθήσει». «Ποιον;» ρώτησε η αγκαθοχέρα. «Είναι ένας μοναχός, ο γέροντας Θεράπων. Ξέρει από γιατροσόφια. Ζει σε ένα μοναστήρι στο βουνό. Αν πάρεις αυτό το μονοπάτι, θα δεις ένα μοναστήρι στο τέρμα. Προχώρα και μην πισωγυρίσεις. Θα σε κυκλώσει το σκοτάδι της νύχτας και θα χαθείς». «Σε ευχαριστώ, καλέ μου σκαντζόχοιρε!» είπε η αγκαθοχέρα.

Δρόμο πήρε, δρόμο άφησε η κοπέλα κι ανέβαινε το μονοπάτι. Πετιέται μπροστά της ένας ποντικός μέσα από κάτι θάμνους. «Που πηγαίνεις;» τη ρωτάει. «Πάω στο μοναστήρι», αποκρίνεται αυτή. «Θα με πάρεις μαζί σου;» ρωτάει ο ποντικός. «Τι θες εσύ εκεί;» του λέει η αγκαθοχέρα. «Στην αποθήκη του μοναστηριού έχει φαΐ», λέει ο ποντικός. «Δε μου αρέσει που κλέβεις τροφή από το μοναστήρι. Οι μοναχοί κόπιασαν, για να γεμίσουν τις αποθήκες τους», Δε θέλω παρέα!» είπε η κοπέλα και προχώρησε.

Πιο πάνω συναντάει έναν άνθρωπο με μαύρα ρούχα και σκοτεινό βλέμμα. Της λέει: «Γεια σου, κοπέλα μου. Πας στο μοναστήρι;» Η αγκαθοχέρα αποκρίνεται: «Πάω να βρω ένα μοναχό. Θα με βοηθήσει να διώξω τα αγκάθια από τα χέρια μου». «Θα σε βοηθήσω εγώ! Αν μου δώσεις το σταυρό σου, θα σε κάνω καλά», είπε αυτός. «Το σταυρό μου δε σου τον δίνω», είπε η αγκαθοχέρα. Ο άντρας αγρίεψε και της είπε: «Αν δε μου δώσεις το σταυρό, δε θα σε αφήσω να προχωρήσεις». «Καλά!» είπε η αγκαθοχέρα κι έκανε να βγάλει το σταυρό. «Δε μπορώ να τον ξεδέσω. Θα τσιμπηθώ από τα αγκάθια μου. Έλα να τον λύσεις εσύ», είπε στον άντρα.  

Όταν αυτός άπλωσε τα χέρια του στο λαιμό της, η κοπέλα του έσφιξε δυνατά τα χέρια με τα αγκάθια της. Ο άντρας ούρλιαξε από τον πόνο. Η αγκαθοχέρα τράβηξε τα χέρια της. Έτρεξε προς το ανηφορικό μονοπάτι, χωρίς να κοιτάξει πίσω. Όταν έφτασε έξω από το μοναστήρι, σταμάτησε και χτύπησε την πόρτα.

Τότε μια αλεπού φάνηκε και της είπε: «Έχεις λαχανιάσει! Σε κυνηγάει κανείς; Εδώ πιο πάνω έχει μια πηγή. Έλα να πιεις νερό». Η αγκαθοχέρα της είπε: «Έχει σκοτεινιάσει. Είμαι στην πόρτα του μοναστηριού. Δε θα έρθω. Θα πιω νερό μέσα». «Δε θα σου ανοίξουν τέτοια ώρα. Είναι αργά… Έλα μαζί μου!» είπε η αλεπού.

Η αγκαθοχέρα έμεινε σκεφτική. Χτύπησε την πόρτα άλλες δυο φορές. Η αλεπού τότε έδειξε τα δόντια της. Πλησίασε να τη δαγκάσει. Τότε η πόρτα του μοναστηριού άνοιξε. Η αλεπού έφυγε τρεχάλα. Στην πόρτα στεκόταν ένας μοναχός με άσπρα μαλλιά και γένια. Κοίταξε την κοπέλα, ύστερα τα χέρια της  και είπε:  «Καλωσόρισες, κόρη μου! Πέρασε μέσα. Η πόρτα του μοναστηριού είναι ανοιχτή για όποιον έχει ανάγκη». Η κοπέλα είπε: «Ευχαριστώ! Θέλω να δω τον γέροντα Θεράποντα». Ο μοναχός της λέει: «Ο γέροντας θα σε δει το πρωί. Έλα να φας και να ξαποστάσεις». «Με τα αγκάθια στα χέρια μου δυσκολεύομαι να φάω», είπε η κοπέλα. «Οι δυσκολίες είναι για τους ανθρώπους. Θα βρούμε τρόπο να διώξουμε τα αγκάθια!» είπε ο μοναχός.

Έτσι, ο μοναχός την οδήγησε στην κουζίνα. Της έδωσε να φάει. Την έβαλε σε ένα δωμάτιο να κοιμηθεί. Με την Ανατολή του ήλιου η αγκαθοχέρα σηκώθηκε. Πήγε να βρει στον κήπο το γέροντα Θεράποντα. Την περίμενε.

«Καλημέρα γέροντα!» του είπε η αγκαθοχέρα. «Έλα κάθισε κοντά μου!» της είπε αυτός. «Ήρθα για τα χέρια μου. Θέλω να φύγουν τα αγκάθια». «Θα σε βοηθήσω, γιατί βλέπω ότι στενοχωριέσαι. Θα φτιάξουμε μαζί μια αλοιφή που μαραίνει τα αγκάθια. Θα πέσουν χωρίς να σου αφήσουν σημάδια». Μετά την ορμήνεψε: «Θα βγεις από το μοναστήρι. Θα φέρεις νερό από μία πηγή εδώ πιο πάνω. Θέλω ακόμα χαμομήλι και φασκόμηλο». «Θα κάνω όπως μου λες, γέροντα!» είπε η αγκαθοχέρα. Έφυγε για να βρει τα υλικά για την αλοιφή.

Δρόμο πήρε, δρόμο άφησε. Βρήκε την πηγή. Γέμισε ένα φλασκί με νερό. Μετά έψαξε για χαμομήλι και φασκόμηλο. Όταν βρήκε, γύρισε στο μοναστήρι. Τα έδωσε στο γέροντα. «Θα κάνεις υπομονή μέχρι να φτιάξω την αλοιφή», της είπε αυτός. «Εντάξει γέροντα! Θα περιμένω στον κήπο του μοναστηριού», είπε η αγκαθοχέρα.

Έτσι και έκανε. Στον κήπο θαύμασε τις τριανταφυλλιές. Είχαν όμορφα χρώματα, αλλά ήταν όλο αγκάθια στον κορμό τους. Έτσι ήταν και τα χέρια της. Αισθανόταν σαν ένα τριαντάφυλλο με αγκάθια.

Εκείνη τη στιγμή άκουσε τη φωνή του γέροντα Θεράποντα: «Η αλοιφή είναι έτοιμη. Έλα να την δοκιμάσουμε», της είπε. Ύστερα την άλειψε στα χέρια της. Τα αγκάθια της αγκαθοχέρας άρχισαν να μαραίνονται και να πέφτουν. Η κοπέλα πόνεσε, αλλά τα αγκάθια εξαφανίστηκαν.   Τα χέρια της καθάρισαν. «Ευχαριστώ γέροντα! Δε θα ξεχάσω το καλό που μου έκανες», του είπε.

Πράγματι ποτέ δεν το ξέχασε. Πήγαινε η κοπέλα στο μοναστήρι και βοηθούσε σε ό,τι είχανε ανάγκη οι μοναχοί. Κι έζησε αυτή καλά κι εμείς καλύτερα.

Δήμητρα Μπουμποπούλου

ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΟΛΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΒΙΒΛΙΟ
του Ηλία Μακρή
Το κλίκ της ημέρας
του Ηλία Μακρή
oncologists.gr

Πρόσφατα Νέα

Linardi Anastasia
Koutsoviti