Η γάτα με την κομμένη ουρά

Το παραμύθι της εβδομάδας στον «Λακωνικό Τύπο»

Παρασκευή, 19 Φεβρουάριος 2021 11:57 | E-MAIL ΕΚΤΥΠΩΣΗ
Η γάτα με την κομμένη ουρά

Μια φορά κι έναν καιρό ήτανε μια γάτα, που ζούσε σε ένα χωριό. Της άρεσε να τρώει πουλιά, ποντίκια, σαύρες, μαμούνια, σκαθάρια κι ό,τι άλλο έπεφτε στα νύχια της. Της άρεσε κι ο χορός. Ήθελε να χορέψει στο πανηγύρι του χωριού που θα γινόταν σε τρεις μέρες.

Έτσι, όταν έφτασε μέρα η ποθητή του πανηγυριού, η γάτα πλύθηκε, χτενίστηκε, γυάλισε τα μουστάκια της, λάδωσε τα χείλη της και ξεκίνησε για το πλάτωμα του χωριού, όπου θα γινόταν το γλέντι κι ο χορός.

Δρόμο πήρε, δρόμο άφησε και συναντάει έναν σκύλο. Τη ρωτάει αυτός: «Για πού το έβαλες, κουμπάρα γάτα;» Αυτή του λέει: «Κουμπάρε, πάω στο πανηγύρι να χορέψω». Ο σκύλος της λέει: «Βουρλίστηκες, γάτα; Αν πας εκεί, θα ρεζιλευτείς… Τι ξέρεις εσύ από χορό; Άσε που θα σε ποδοπατήσουν. Θα έχει κόσμο πολύ». Η γάτα δεν είπε λέξη. Γύρισε το κεφάλι της από την άλλη μεριά με περιφρόνηση για τις ορμήνιες του σκύλου.

Ύστερα, προχώρησε κι έφτασε στο πλάτωμα. Όλο το χωριό ήταν μαζεμένο εκεί. Οι χωρικοί, άλλοι είχανε στρωθεί στα τραπέζια και τρώγανε, άλλοι σερβίρανε, άλλοι τραγουδούσαν και παίζανε τα όργανα κι άλλοι χόρευαν. Είπε: «Θα μπω κι εγώ στο χορό» και το έκαμε.

Μπήκε η γάτα στο χορό, που είχανε οι χωρικοί στήσει στη μέση του πλατώματος. Άρχισε να κουνιέται, να λυγιέται, να κάνει σκέρτσα. Αλλά μπερδευόταν η καλή σου στα πόδια τους και τους εμπόδιζε να χορέψουν καλά. Άλλοι σκόνταφταν πάνω της, άλλοι την πατούσαν, άλλοι την κλωτσούσαν. Μεγάλο κακό τη βρήκε. Ξάπλωσε χάμω η γάτα και δε μπορούσε να σηκωθεί να σταθεί στα πόδια της. Στο τέλος μια γυναίκα με μυτερό τακούνι πατάει άθελά της πάνω στην ουρά της γάτας και την κόβει.

Συφοριάστηκε η γάτα. Πόναγε, έσκουζε, νιαούριζε και δάκρυσαν τα μάτια της. Μέσα της συλλογιόταν: «Καλά να τα πάθω… Αφού δεν άκουσα τον κουμπάρο μου τον σκύλο».

Μα βρέθηκε και μια καλή κυρά, που είδε τη γάτα και τη λυπήθηκε. Την πήρε, τη γιατροπόρεψε και την έβαλε σε ένα καλάθι. Μόλις τελείωσε το πανηγύρι, η γυναίκα πήγε το καλάθι στο σπίτι της κι από κει την άλλη μέρα έφυγε για τον Περαία. Εκεί ζούσε η κυρά, που ήταν κι από αρχοντική φαμελιά. Έτσι, βρέθηκε η γάτα σε σπίτι πλούσιο, ζεστό και φιλόξενο. Είχε και συντροφιά έναν  σκύλο μικρό και μαλλιαρό.

Η κυρά, που την περιμάζεψε, είχε μεγάλη αγάπη στα ζώα. Την είχε μη στάξει και μη βρέξει τη γάτα του αγρού. Την έντυνε, τη στόλιζε και την καμάρωνε σαν να ήταν παιδί. Της φορούσε καπέλο, ρούχα τούλινα και παπουτσάκια πλεχτά στις πατούσες. Άμα την έβγαζε βόλτα στο λιμάνι, της στερέωνε και ομπρελίνο στην πλάτη, για να μην καεί η γούνα της. Μεγάλη περιποίηση και φροντίδα είχε η γάτα. Κι ούτε ποτέ της είχε φανταστεί ότι από χωρική θα γινότανε κοσμοπολίτισσα.

Και να ήτανε μόνο αυτό… Της βγάλανε και τραγούδι[1], που το έμαθαν και το τραγουδούσαν όλοι στη γειτονιά και σε όλον τον Περαία. Μπορεί να το ξέρετε κι εσείς. Πάει κάπως έτσι:
          Μια φορά κι έναν καιρό, πήγε η γάτα στο χορό
          και δεν χόρεψε καλά και τση κόψαν την ουρά
          και την πήγαν στον Περαία και τση βρήκανε παρέα
          και τση βάλανε καπέλο, με το τούλι, με το βέλο
          και τση δώσαν παρασόλι[2] και τηνε ξανοίγαν[3] όλοι
          -Για δες γάτα με γοβάκι, κόκκινο παρασολάκι
          και δεν πάει στο κατώγι, ποντικούς χοντρούς να τρώγει.

Κι έζησε η γάτα καλά στον Περαία μαζί με την κυρά της καλά, περίκαλα κι εμείς ακόμα καλύτερα.
[1] Πηγή: Νεοελληνικά Λαϊκά Ναναρίσματα και Ταχταρίσματα - Γιάννα Β. Σέργη (Εκδόσεις Φιλιππότη).
[2] Αλεξήλιο, ομπρέλα για τον ήλιο.  
[3] Κοιτούσαν

Δήμητρα Μπουμποπούλου

ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΟΛΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΒΙΒΛΙΟ
του Ανδρέα Πετρουλάκη
Το κλίκ της ημέρας
του Ανδρέα Πετρουλάκη
oncologists.gr

Πρόσφατα Νέα

Linardi Anastasia