Η καλή γριά, η κακή γριά και η νυφίτσα

Το παραμύθι της εβδομάδας στον «Λακωνικό Τύπο»

Σάββατο, 25 Ιούλιος 2020 16:52 | E-MAIL ΕΚΤΥΠΩΣΗ

Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε μια καλή γριά σε ένα χωριό σε ένα καλύβι. Είχε έναν καλό λόγο να πει για όλους. Ήταν φιλόξενη, εργατική και καλοπροαίρετη. Ήθελε να φτιάξει ένα σπίτι μεγάλο, για να δέχεται όποιον έχει ανάγκη.  
Απέναντι από την καλή γριά ζούσε σε ένα πλούσιο σπίτι μια κακή γριά. Αυτή μάλωνε με το γέρο της, με τα παιδιά του χωριού και με τις γυναίκες. Δεν έκανε κανένα ψυχικό, αν κι είχε πολλά φλουριά. Τα κλείδωνε στις κασέλες της. Φερόταν σκληρά στα ζώα. Δεν τα πονούσε και τα χτύπαγε. 

Στο χωριό που έμεναν οι δύο γριές, πήγαιναν νυφίτσες. Τρύπωναν στα σπίτια. Κάποιοι λέγανε ότι ήταν νεράιδες μεταμορφωμένες σε νυφίτσες. Έκαναν καλό στους ανθρώπους που τις καλοδέχονταν και κακό σε όσους τις απόδιωχναν. 

Μια νύχτα καλοκαιριού η καλή γριά είχε το παραθύρι της ανοιχτό. Τρύπωσε μέσα μια νυφίτσα. Η γριά μαγείρευε στο τσουκάλι της. Το ζώο ανέβηκε πάνω στο τραπέζι κι έστησε χορό. Μόλις γύρισε το κεφάλι η γριά, την είδε να χοροπηδάει. Τρόμαξε, μα δεν την αποπήρε. «Καλώς τη νυφίτσα μου, καλώς τη νυφούλα μου!» της είπε. Μετά έβαλε στο τραπέζι ένα πιατάκι με μεζέ από το τσουκάλι της. Η νυφίτσα το έφαγε κι ύστερα έγινε άφαντη. 

Η καλή γριά θυμήθηκε κάτι που την είχε ορμηνέψει η βάβω της. Σκέφτηκε να το δοκιμάσει. «Η βάβω μου έλεγε, άμα δω νυφίτσα στο σπιτικό μου να μην τη χουγιάξω, παρά να βάλλω στο μέρος που την είδα μια ρόκα με βαμβάκι. Η νυφίτσα χορεύει πάνω στο βαμβάκι. Ύστερα το παίρνει μαζί με τη ρόκα και μεταμορφώνεται σε νεράιδα. Κάθεται και το γνέθει». 

Το άλλο βράδυ η καλή γριά εφάρμοσε το σχέδιο τη βάβως. Η νυφίτσα είδε πάνω στο τραπέζι τη ρόκα με το βαμβάκι. Μεταμορφώθηκε σε νεράιδα. Έκατσε αμίλητη σε μια καρέκλα. Έγνεθε μέχρι να ξημερώσει. Η καλή γριά δεν της μίλησε, ούτε την ενόχλησε. Της έβαλε ένα ποτήρι νερό στο τραπέζι και πήγε για ύπνο. Το πρωί η γριά βρήκε πάνω στο τραπέζι της αγριολούλουδα. 

Η ίδια νυφίτσα πήγε το άλλο βράδυ στο σπίτι της κακής γριάς. Μπήκε μέσα κι έκατσε σε μια καρέκλα. Η κακή γριά, όταν τη είδε, πήρε το σκουπόξυλο και την κυνήγησε. Η νυφίτσα πήδαγε στα έπιπλα, έβγαζε γλώσσα και κορόιδευε τη γριά. Μετά βγήκε στον κήπο και χόρευε. Η κακή γριά πήρε το λάστιχο, άνοιξε τη βρύση και την κατάβρεξε.  Η νυφίτσα θύμωσε με το φέρσιμο της κακής γριάς. 

Μόλις η κακή γριά έπεσε για ύπνο, η νυφίτσα ξαναγύρισε. Μεταμορφώθηκε σε νεράιδα. Ήξερε που φύλαγε τα φλουριά η κακή γριά. Για να την τιμωρήσει, άνοιξε μια κασέλα και βούτηξε τα φλουριά. Άνοιξε κι άλλες κασέλες. Ό,τι υφάσματα, ρούχα και προικιά είχε η κακή γριά τα έσκισε, τα έκανε κουρέλια και τα ποδοπάτησε. Ύστερα έφυγε αθόρυβα, όπως είχε μπει. 

Το πρωί από το σπίτι της κακής γριάς ακούστηκαν φωνές. Είδε η γριά τα κουρέλια από τα υφάσματα και τις κασέλες ανοιχτές. Πρόσεξε ότι κάμποσα φλουριά έλειπαν. Τα έβαλε με το γέρο της και την άκουσε όλο το χωριό. Ο γέρος είπε: «Εσύ φταις, γυναίκα, που έδιωξες τη νυφίτσα. Η βάβω μου έλεγε ότι οι νυφίτσες ζημιώνουν όσους δε τους φέρονται καλά. Τους κλέβουν κιόλας». Η κακή γριά είπε: «Πάψε γέρο, μην πληρώσεις εσύ τη ζημιά. Άνθρωπος την έκανε τη δουλειά κι όχι η νυφίτσα». Ο γέρος λέει: «Πως το ξέρεις γυναίκα;» Αυτή τότε είπε: «Άμα βρω τη νυφίτσα, θα την γδάρω ζωντανή». Ο γέρος αποκρίθηκε: «Κάμε ό,τι θες. Εμένα άσε με ήσυχο μια φορά».

Η καλή γριά άκουσε το σαματά και τις φωνές. Είχε συνηθίσει τα καμώματα της γειτόνισσάς της. Πριν το ηλιοβασίλεμα φάνηκε, στο σπίτι της καλής γριάς η νυφίτσα. Είπε: «Μου έδωσες να φάω και να πιω. Μου χάρισες ρόκα και βαμβάκι να γνέσω. Με έκανες ολόχαρη. Πάρε αυτό το πουγκί με τα φλουριά, για να φτιάξεις το σπίτι που θέλεις. Ξέρω τις επιθυμίες των κατοίκων του χωριού κι όποιος μου φέρεται καλά τον βοηθάω».

Η καλή γριά πήρε τα φλουριά. Έφτιαξε ένα σπίτι μεγάλο, που ήταν ανοιχτό για όλους. Κάθε βράδυ, μάζευε τα παιδιά της γειτονιάς και τους έλεγε παραμύθια. Κι έζησε αυτή καλά κι εμείς καλύτερα.

Δήμητρα Μπουμποπούλου

ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΟΛΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΒΙΒΛΙΟ
του ΚΥΡ
Το κλίκ της ημέρας
του ΚΥΡ
oncologists.gr

Πρόσφατα Νέα

Σπανός Γεώργιος