Η Φόρα κι ο γέρος

Το παραμύθι της εβδομάδας στον «Λακωνικό Τύπο»

Παρασκευή, 03 Ιούλιος 2020 13:14 | | E-MAIL ΕΚΤΥΠΩΣΗ
Η Φόρα κι ο γέρος

Μια φορά κι έναν καιρό σε ένα χωριό ζούσε ένας γέρος. Το είχε καημό να δει τη Φόρα. Ήταν ξεμωραμένος ο καημένος. Νόμιζε ότι κάποιος είναι παρόλα του τα χρόνια. Η Φόρα ήταν μια νεράιδα πεντάμορφη. Έβγαινε σε ένα πηγάδι. Μα όσοι την είχαν δει ήξεραν ότι έχει ένα κουσούρι. Το ένα της πόδι ήταν γαϊδουρινό, το άλλο ανθρώπινο.

Μια μέρα ο γέρος πήγε στο καφενείο του χωριού. Εκεί άκουσε ότι η Φόρα βγαίνει στο πηγάδι τις αφέγγαρες νύχτες. Είπε μέσα του: «Απόψε δεν έχει φεγγάρι. Θα πάω νύχτα στο πηγάδι να ιδώ τη Φόρα». Μα δε χρειάστηκε ο γέρος να πάει στο πηγάδι. Η Φόρα έβγαινε σεργιάνι κάθε τόσο σε άλλη γειτονιά. Τούτη τη νυχτιά πήγε στα σπίτια της γειτονιάς του γέρου. Την είδε μια γειτόνισσά του να ζυγώνει σπίτι της και φοβήθηκε.

Έτρεξε η γειτόνισσα από την πίσω πόρτα στο σπίτι του γέρου. Χτύπησε τρεις φορές. Του λέει: «Άνοιξε γείτονα! Έρχεται η Φόρα και σκιάζομαι». Ο γέρος, μόλις το άκουσε, χάρηκε. Της άνοιξε και είπε: «Έμπα μέσα γριά. Τι σκιάζεσαι; Εγώ είμαι εδώ». «Τι λες, γέρο- Θόδωρε; Την ξέρεις εσύ τη Φόρα; Πηγαίνει στις γειτονιές. Γελάει δυνατά. Χασκαρίζει έτσι, που σε πιάνει τρόμος. Όσοι την ακούνε ρίγος τους διαπερνάει. Άσε το άλλο. Όπου δει άσπρη κότα, την πνίγει στη στιγμή. Της ρουφάει το αίμα. Άμα βρει αλεύρι στο σακί το σκορπάει όλο. Δεν αφήνει τίποτα». «Τι λες, κυρά- γειτόνισσα; Βρουκόλακας είναι η νεράιδα για να πίνει αίμα; Ηρέμησε!»

Εκείνη την ώρα ακούνε πατήματα έξω από το σπίτι. Μετά κάτι σαν σούρσιμο. «Αυτή είναι!» λέει η γριά. Το ένα της ποδάρι είναι γαϊδουρινό. Το πάει σούρνοντας, γιατί είναι πιο μακρύ. Ο γέρος δεν πίστευε τα λόγια της γριάς. Άλλα είχε ακούσει αυτός. Ξαφνικά ακούει απέξω ένα τρελό γέλιο, δυνατό, ανατριχιαστικό, τσιριχτό σα γέλιο μάγισσας. Σάστισε! Δεν το έδειξε, για να μην ντροπιαστεί στη γριά. Ύστερα είπε: «Θα βγω έξω να την ιδώ».

Άνοιξε την πόρτα. Βγήκε. Άκουσε κακαρίσματα από το κοτέτσι στην αυλή του. Πήγε κατά κει. Είδε τότε μια πανέμορφη νεράιδα, λαμπερή σαν τον ήλιο. Η Φόρα είχε βουτήξει μια άσπρη κότα. Της στραμπούλιξε το λαιμό. Ύστερα τη δάγκασε. Ήπιε λίγο αίμα. «Τι κάνεις στην κότα μου;» είπε ο γέρος πάνω στο θυμό του. Αυτή τον κοίταξε με βλέμμα γλυκό, με χαμόγελο. Αίμα έτρεχε στα χείλη της. Τον ρώτησε: «Γιατί χαλάς την ησυχία μου; Ξέρεις τι παθαίνουνε όσοι ταράζουν τη γαλήνη μου; Τους κλωτσάω με το ποδάρι μου το γαϊδουρινό. Θες να το δεις;» είπε και σήκωσε τα μακριά φουστάνια της.

Φάνηκε τότε το γαϊδουρινό της πόδι. Ήταν αλλόκοτο θέαμα. Ο γέρος τα έχασε. Του κόπηκε η λαλιά. Η Φόρα γέλασε, γιατί είχε γίνει άσπρος σαν το πανί. Μετά του λέει: «Πήγαινε γέρο. Μην ανακατεύεσαι σε ξένες δουλειές. Κακό δεν κάνω σε άνθρωπο, αν δε με πειράξει. Μόνο άσε μου ένα αλεύρι σακί έξω από την πόρτα σου», τον πρόσταξε.

Ο γέρος έτρεξε στην αποθήκη. Της άφησε το σακί. Μετά μπήκε στο σπίτι. Αυτή άρχισε να σκορπάει το αλεύρι παντού και να χορεύει τρελά. Έβγαλε από ένα σακούλι παράδες, κάτι ασημένια λεφτά, που λάμπανε. Τα έριξε χάμω.

«Είδες τι κάνει;» είπε η γριά στο γέρο. «Πετάει εικοσιπενταράκια. Αυτή αγαπάει πολύ τα παιδιά. Αύριο θα βγούνε τα κουτσούβελα στη γειτονιά. Θα τα μαζέψουν. Εσύ ήσουνα που έλεγες ότι δε φοβάσαι γέρο- Θόδωρε. Τι λούφαξες τότε μες στο σπίτι; Για να ιδώ καλύτερα… Έφυγε η Φόρα! Δεν ακούγεται πια… Πάω κι εγώ σπίτι μου. Καλή σου νύχτα γείτονα!»  

Το άλλο πρωί ο γέρος είδε τα παιδιά της γειτονιάς να μαζεύουνε από χάμω τα λεφτά που πέταξε η Φόρα. «Είχε δίκιο η γειτόνισσα», ψιθύρισε.

Από τότε, όταν ερχόταν η Φόρα στη γειτονιά του γέρο- Θόδωρου, αυτός άφηνε πάντα έξω στην αυλή του μια άσπρη κότα κι ένα σακί αλεύρι. Η νεράιδα ήξερε ότι είναι για εκείνη. Τα έπαιρνε, χωρίς να πειράξει κανέναν. Κι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.

Δήμητρα Μπουμποπούλου

ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΟΛΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΒΙΒΛΙΟ
του Ανδρέα Πετρουλάκη
Το κλίκ της ημέρας
του Ανδρέα Πετρουλάκη
oncologists.gr

Πρόσφατα Νέα

Linardi Anastasia
Σπανός Γεώργιος