Η Μαρία κι ο Μώρος του λόγγου

Το παραμύθι της εβδομάδας στον «Λακωνικό Τύπο»

Παρασκευή, 27 Μάρτιος 2020 13:28 | | E-MAIL ΕΚΤΥΠΩΣΗ
Η Μαρία κι ο Μώρος του λόγγου

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν η Μαρία. Ήταν ορφανή, φτωχή και καλόκαρδη. Ζούσε σε ένα σπίτι σε ένα χωριό. Ήθελε να αποκτήσει γνώσεις. Εργαζόταν από το πρωί ως το γιόμα, για να τα φέρει βόλτα. Έτσι, δεν υπήρχε χρόνος για να πάει στο σχολείο. Δούλευε στον αργαλειό της. Πούλαγε ό,τι έφτιαχνε στο παζάρι της πολιτείας.

Μια μέρα μια γειτονοπούλα πάει σπίτι της. Της λέει: «Μαρία, έχεις πάει στο λόγγο του Μώρου;» «Τι έχει εκεί;» ρωτάει η Μαρία. «Έχει τον Μώρο. Αυτός είναι μυστήριος άνθρωπος. Φέρεται σε άλλους περαστικούς με αγάπη και άλλους τους δέρνει. Θέλω να τον γνωρίσω. Πάμε εκεί;» «Πάμε!» λέει η Μαρία.

Το απόγευμα, που η Μαρία τελείωσε τις δουλειές, οι δύο κοπελιές δρόμο πήραν, δρόμο άφησαν για το λόγγο καβάλα στα μουλάρια τους. Συναντάνε ένα γυρολόγο. Το ένα του μάτι ήταν μπλάβο. Πονούσε. Έβαζε επάνω δροσερό νερό με το μαντήλι του. «Τι έπαθες;» τον ρωτάει η Μαρία. «Με χτύπησε ο Μώρος του λόγγου» της λέει ο γυρολόγος. «Γιατί;» ρωτάει αυτή. Έλεγε ότι η φανέλα, που πουλούσα ήταν ακριβή. Εγώ επέμενα ότι δεν ήταν. Έτσι θύμωσε και με έδειρε. Μην τυχόν βρεθείτε στο δρόμο του!» είπε αυτός.

Αυτές προχώρησαν. Παρακάτω βλέπουν μια γριά. Κρατούσε ένα πανέρι με κάστανα. Φορούσε μια γαλάζια μαντίλα, ασυνήθιστο για μεγάλη γυναίκα. «Πούθε πας, κυρούλα;» ρωτάει η Μαρία. «Πάω σπίτι μου! Ήμουνα στο Μώρο του λόγγου. Μου έδωσε κάστανα για τα εγγόνια μου». Η γειτονοπούλα, που την έτρωγε η περιέργεια, ρωτάει: «Γιατί φοράς γαλάζια μαντίλα, κυρούλα;» «Ο Μώρος ήθελε να τη φορέσω, για να μου δώσει τα κάστανα», είπε  η γριά.  

Οι δύο κοπέλες συνέχισαν το δρόμο τους. Έφτασαν στο λόγγο. Τότε φάνηκε ο Μώρος. Το βλέμμα του ήταν βαθύ κι ερευνητικό. Τα μαλλιά του ήταν ξανθά, κατσαρά κι αχτένιστα. Φορούσε ρούχα με πράσινα μπαλώματα. Ήτανε ξυπόλητος.

«Καλώς τις κοπέλες!» είπε και κοίταξε τη Μαρία κατάματα. Αυτή ντράπηκε. Χαμήλωσε το βλέμμα. «Πως σε λένε εσένα;» τη ρώτησε. «Μαρία, με λένε». «Πάρε τη φίλη σου και δρόμο από δω», της λέει. «Εσύ ποιος είσαι;» ρώτησε η Μαρία. «Αυτός που είμαι! Φευγάτε τώρα». «Αν θέλουμε θα φύγουμε», είπε η Μαρία. «Ήρθατε εδώ από περιέργεια. Ή θαρρείτε πως δεν το κατάλαβα; Φέρτε τώρα τα δισάκια σας», είπε ο Μώρος.

Άρπαξε τα δισάκια τους. Τα άδειασε στη γη. Μέσα στο δισάκι της Μαρίας ήταν ένα πλεχτό σκουφί. Ο Μώρος το φόρεσε. «Ήταν του παππού μου», λέει αυτή. «Τώρα είναι δικό μου! Μην ξαναπατήσετε τα ποδάρια σας εδώ, γιατί θα σας τα κόψω», τις φοβέρισε. Τις κυνήγησε με ένα ξύλο.

Αυτές το έβαλαν στα πόδια. Γύρισαν στο χωριό. «Παναγιά μου! Εγώ δεν ξαναπατάω εκεί», είπε η γειτονοπούλα. Είχε σκιαχτεί. Η Μαρία είπε: «Και το σκουφί μου;» «Ξέχασέ το!» της λέει η άλλη και φεύγει.

Η Μαρία το άλλο απόγευμα ξαναπήγε στο λόγγο. Ο Μώρος καθόταν κάτω από ένα δέντρο και διάβαζε. Την είδε, αλλά έκανε πως δεν την είδε. Αυτή πήγε κοντά του και είπε: «Ήρθα για το σκουφί». Αυτός της λέει: «Σε περίμενα!» Η Μαρία λέει: «Χτες μας κυνήγησες με το ξύλο. Θα μας χτύπαγες;» Ο Μώρος λέει: «Όχι! Έλα στο καλύβι μου να πάρεις το σκουφί σου».

Τότε πήγαν με το Μώρο στο καλύβι του. Η Μαρία είδε εκεί μια  βιβλιοθήκη γεμάτη βιβλία. Ρώτησε: «Τα έχεις διαβάσει αυτά;» «Τα πιο πολλά», είπε ο Μώρος. «Γιατί είσαι άγριος;» «Έτσι είμαι με τους ψεύτες, αυτούς που άλλο είναι κι άλλο δείχνουν». «Πως το ξέρεις αυτό;» ρώτησε η Μαρία. «Από τα μάτια τους. Είναι ο καθρέφτης της ψυχής. Ορίστε το σκουφί σου!» της είπε. Αυτή κοιτούσε τα βιβλία. «Θέλω να μάθω να διαβάζω!» του είπε.

Ο Μώρος πήρε μολύβι και χαρτί. Με υπομονή της έδειξε πως από τα γράμματα φτιάχνονται οι λέξεις. Η Μαρία μαγεύτηκε. Δεν κατάλαβε πως πέρασε η ώρα.  Αυτός της λέει: «Αν θες, θα σε μάθω να διαβάζεις και να γράφεις. Θα μάθεις καινούρια πράγματα. Μόνο θέλω να μου φέρνεις ένα καρβέλι ψωμί ζυμωτό». «Θα έρχομαι, όποτε μπορώ», του είπε αυτή. Μετά έφυγε με βιάση να γυρίσει στο χωριό της.

Γύρισε η Μαρία στο σπίτι της. Όποτε άδειαζε από τον αργαλειό, πήγαινε στο σπίτι του Μώρου. Έμαθε να διαβάζει και να γράφει. Έπαιρνε βιβλία. Μελετούσε. Του πήγαινε ζυμωτό ψωμί για αμοιβή. Αυτός της φερόταν με σεβασμό. Μια μέρα της είπε: «Θέλω ένα υφαντό χαλί. Θα στο πληρώσω».  Η Μαρία λέει: «Θα σου το φτιάξω!».

Η Μαρία το ύφανε στον αργαλειό της. Σαν τελείωσε το χαλί, το φόρτωσε σε ένα κάρο και πήγε στο λόγγο. Ο Μώρος της είπε: «Είναι το πιο ωραίο υφαντό που έχω δει. Από σήμερα λογάριαζε το σπίτι μου δικό σου. Τα βιβλία είναι η περιουσία μου. Είναι και δικά σου, Μαρία. Έλα να μείνεις εδώ, αν θες». «Πώς να μείνω εδώ;» ρωτάει εκείνη. Αυτός της λέει: «Σαν γυναίκα μου. Μα να ξέρεις ότι είμαι ανυπόφορος. Όποιος δε μου αρέσει, δε θα πατάει το πόδι του εδώ μέσα. Έτσι είμαι και δεν αλλάζω!».

Η Μαρία δεν περίμενε την πρόταση. Δίσταζε. Μα ήθελε να μείνει με τον άνθρωπο που της άνοιξε την πόρτα στον κόσμο των βιβλίων. «Να φέρω τον αργαλειό μου εδώ;» τον ρώτησε. «Να φέρεις ό,τι αγαπάς», της είπε ο Μώρος.

Έτσι κι έγινε. Η Μαρία πήγε στο καλύβι του Μώρου με τον αργαλειό της. Οι μέρες τους περνούσαν με διάβασμα και ήρεμη ζωή κοντά στη φύση. Έτσι η Μαρία απέκτησε γνώσεις και έναν καλό σύντροφο. Και έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.

Δήμητρα Μπουμποπούλου

Ενημερωθείτε για όλη την επικαιρότητα της Λακωνίας και όχι μόνο μέσα από τη συνεχή ροή του www.lakonikos.gr. Κάνετε like στη σελίδα και γίνετε μέλος στην ομάδα του lakonikos.gr στο Facebook για να μαθαίνετε τα νέα πρώτοι! Με το κύρος και την αξιοπιστία του "Λακωνικού Τύπου", της μοναδικής ημερήσιας εφημερίδας της Λακωνίας με ιστορία 20 και πλέον ετών

ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΟΛΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΒΙΒΛΙΟ
του Ηλία Μακρή
Το κλίκ της ημέρας
του Ηλία Μακρή
oncologists.gr

Πρόσφατα Νέα