Η τυφλή κόρη

Το παραμύθι της εβδομάδας στον «Λακωνικό Τύπο»

Παρασκευή, 13 Δεκέμβριος 2019 12:59 | | E-MAIL ΕΚΤΥΠΩΣΗ
Η τυφλή κόρη

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μία τυφλή κόρη. Ζούσε σε ένα σπίτι στο βουνό. Ήθελε να βρει το φως της. Την είχε μαγέψει μια κακιά μάγισσα. Τη φθονούσε, γιατί ήταν καλόψυχη.

Η μάγισσα είχε το κάστρο της στην κορυφή του βουνού. Το φύλαγαν τρεις δράκοι. Κανένας δεν πλησίαζε εκεί. Στο κάστρο υπήρχε ένα βιβλίο με ξόρκια που έλυναν τα μάγια. Το ήξερε η τυφλή κόρη. Της το είπε ένα πουλάκι που όλα τα έβλεπε: «Είναι δύσκολο να μπεις στο κάστρο. Τρεις δράκοι το φυλάνε μέρα-νύχτα. Θα σε πάω σε μια γριά που θα σε ορμηνέψει. Ξέρει το μέρος καλά».

Έτσι, το κορίτσι δρόμο παίρνει, δρόμο αφήνει με το σκύλο της οδηγό, κι ακολουθεί το πουλάκι. Φτάνει στο σπίτι της γριάς. «Κόρη μου, τι ζητάς;» τη ρωτάει αυτή. «Θέλω να ξαναβρώ το φως μου», λέει η τυφλή κόρη. «Θα σου δώσω το γάτο μου. Θα σε πάει στο κάστρο της μάγισσας. Εκεί υπάρχει μια γέρικη βελανιδιά. Είναι το σπίτι ενός νάνου. Αυτός θα σε βοηθήσει. Πάρε και το χρυσό μου δαχτυλίδι χάρισμα. Θα σου χρειαστεί», της λέει η γριά. «Ευχαριστώ κυρούλα!» είπε η τυφλή κόρη και το φόρεσε.

Η κόρη πήρε τη μαγκούρα και το γάτο. Ξεκίνησε. Μετά από ώρες έφτασε στη γέρικη βελανιδιά κοντά στο κάστρο της μάγισσας. Έκατσε εκεί να ξαποστάσει. Ο γάτος σκαρφάλωσε στη βελανιδιά. Τότε εμφανίστηκε ένας νάνος. Είπε στην κοπέλα: «Ποια είσαι και τι γυρεύεις εδώ;» «Γυρεύω τρόπο να μπω στο κάστρο. Θέλω να ξαναβρώ το φως μου. Θα με βοηθήσεις;» «Θα έρθω μαζί σου», είπε ο νάνος.

Ύστερα έδωσε στην κόρη ένα μπουκαλάκι με υγρό και της είπε: «Πιες το μισό. Θα σε κάνει αόρατη. Το άλλο μισό θα το πιω εγώ. Θα μπούμε στο κάστρο. Θα ανέβουμε χίλια σκαλοπάτια. Θα φτάσουμε στο πιο ψηλό σημείο του. Εκεί είναι μια κάμαρα που δεν πάει η μάγισσα. Μέσα βρίσκεται ένας σοφός γέροντας. Θα μας βοηθήσει. Η μάγισσα τον έχει φυλακίσει. Φθονεί τους σοφούς ανθρώπους. Κάθε πρωί ένα δαιμόνιο του πάει φαγητό κι ύστερα φεύγει». «Εντάξει!» είπε το κορίτσι.

Έφτασαν κοντά στο κάστρο. Ήπιαν το υγρό του μπουκαλιού. Ο νάνος της έπιανε το χέρι, γιατί η τυφλή κόρη δεν ήξερε που πατάει. Ανέβηκαν τα χίλια σκαλοπάτια. «Εδώ είναι το δωμάτιο του γέροντα», είπε ο νάνος. Άνοιξαν την πόρτα και μπήκαν μέσα. Ο γέροντας σάστισε, γιατί δεν έβλεπε κανέναν.  «Ποιος είναι εκεί;» ρώτησε.

Τότε ο νάνος είπε κάτι μαγικά λόγια. Έγιναν ορατοί αυτός και η κοπέλα. Ύστερα λέει στο γέροντα: «Θέλουμε το βιβλίο με τα ξόρκια της μάγισσας, για να ξαναδεί το κορίτσι». Ο γέροντας αποκρίθηκε: «Το βιβλίο η μάγισσα το έχει σε ένα ράφι στο υπόγειο. Είναι κόκκινο απέξω. Η μάγισσα την ημέρα κοιμάται. Αφήνει για φύλακα ένα δαιμόνιο. Θα του δώσετε κάτι χρυσό και θα σας δώσει το βιβλίο. Του αρέσει πολύ ο χρυσός».

«Εσένα, γέροντα, πως θα σε βγάλουμε από δω;» ρώτησε η κόρη. «Όταν πάρετε το βιβλίο θα σας πω, πως θα βγούμε όλοι από το κάστρο», αποκρίθηκε αυτός. Μετά τους έδειξε ένα μυστικό πέρασμα που οδηγούσε στο υπόγειο του κάστρου.

Ο νάνος και το κορίτσι έκαναν ό,τι τους είπε και βρήκαν το βιβλίο. Το δαιμόνιο φάνηκε μπροστά τους. «Ποιοι είσαστε εσείς;» ούρλιαξε. «Θα σου δώσω το χρυσό μου δαχτυλίδι, αν μας αφήσεις να πάρουμε το κόκκινο βιβλίο», είπε το κορίτσι. Το δαιμόνιο συλλογίστηκε. Μετά άρπαξε το δαχτυλίδι κι έγινε άφαντο. Ο νάνος και το κορίτσι πήραν το βιβλίο και γύρισαν στο γέροντα.

«Η μάγισσα σε λίγο θα ξυπνήσει», είπε ο γέροντας. Ύστερα πήρε το βιβλίο και διάβασε κάτι λόγια. Τότε φάνηκαν στο μπαλκόνι της κάμαρας δύο πελαργοί. Στον ένα ανέβηκε ο γέροντας, στον άλλο το κορίτσι με το νάνο.  «Θα σε κρατάω γερά, μη φοβάσαι», είπε ο νάνος στο τυφλό κορίτσι. Πέταξαν μακριά.

Η μάγισσα, όταν ξύπνησε, είδε ότι έλειπε το βιβλίο. Πήρε τη μαγική σκούπα της. Πέταξε για να βρει τους κλέφτες. Μα οι πελαργοί ήταν ήδη μακριά. Κόντευαν να φτάσουν στο σπίτι της γριάς.

Σαν έφτασαν, η γριά τους καλοδέχτηκε. Βρήκε στο βιβλίο το ξόρκι που θεράπευε τα μάτια. Μαζί με το γέροντα έφτιαξαν ένα αφέψημα από βοτάνια. Το πρόσφεραν στο κορίτσι. Το κορίτσι ήπιε και βρήκε το φως του. «Τι ωραία είναι να βλέπει κανείς. Σας  ευχαριστώ όλους. Κι εσένα, νάνε μου, που δε με άφησες ούτε στιγμή μόνη», είπε ολόχαρη. Τότε έδωσε στο νάνο ένα φιλί στο μάγουλο κι ο νάνος μεταμορφώθηκε σε ένα όμορφο παλικάρι. «Σε ευχαριστώ που έλυσες τα μάγια, που με κρατούσαν. Η μάγισσα με μεταμόρφωσε. Αν δε με φιλούσες, θα έμενα για πάντα νάνος», είπε το παλικάρι στο κορίτσι. Και ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.

Δήμητρα Μπουμποπούλου

ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΟΛΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΒΙΒΛΙΟ
του ΚΥΡ
Το κλίκ της ημέρας
του ΚΥΡ
oncologists.gr

Πρόσφατα Νέα