Πρέπει να αναγράφεται το θρήσκευμα στους τίτλους σπουδών;

Πέμπτη, 03 Ιούνιος 2021 14:28 | E-MAIL ΕΚΤΥΠΩΣΗ
Πρέπει να αναγράφεται το θρήσκευμα στους τίτλους σπουδών;

του Μάριου Μανιατάκου - Δικηγόρου LLM Εκκλησιαστικού Δικαίου 

Μία απόφαση που δοκίμασε τις σχέσεις της Πολιτείας με την Εκκλησία, απασχολώντας το σύνολο της ελληνικής κοινωνίας, ήταν η απόφαση 2281/2001 Ολομ., που αφορούσε την αναγραφή του θρησκεύματος στα δελτία των αστυνομικών ταυτοτήτων. Συναφές ζήτημα που απασχόλησε το ΣτΕ, , είναι η αναγραφή του θρησκεύματος σε τίτλους σπουδών. Με τις 1759-1760/2019 αποφάσεις της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας ακυρώθηκαν οι 92091/Δ2/5.6.2018 (Β' 2087) και 92094/Δ2/5.6.2018 (Β' 2089) αποφάσεις του Υπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων, κατά το μέρος που με αυτές προβλέφθηκε η αναγραφή του θρησκεύματος των μαθητών στο απολυτήριο, τα αποδεικτικά σπουδών και τα πιστοποιητικά σπουδών του γυμνασίου αφενός και του γενικού λυκείου αφετέρου, διότι, όπως κρίθηκε, η υποχρεωτική ή προαιρετική αναγραφή του θρησκεύματος στα έγγραφα αυτά συνιστά παραβίαση του άρθρου 13 του Συντάγματος, του άρθρου 9 της ΕΣΔΑ, καθώς και διατάξεων της νομοθεσίας περί προστασίας προσωπικών δεδομένων . Με την απόφαση του ΣτΕ 1759/2019 Ολομ. κρίνεται πως η αναγραφή, προαιρετική ή υποχρεωτική, του θρησκεύματος των μαθητών στους τίτλους σπουδών παραβιάζει τη θρησκευτική ελευθερία και συνιστά, ελλείψει νόμιμου σκοπού, ανεπίτρεπτη επεξεργασία ευαίσθητου προσωπικού δεδομένου. Στοιχείται επομένως, με αυτό τον τρόπο με την πάγια, ήδη από το 2001, νομολογία του Δικαστηρίου, που διαμορφώθηκε με αφορμή το συναφές ζήτημα της αναγραφής του θρησκεύματος στα δελτία αστυνομικών ταυτοτήτων. 

Το ζήτημα της αναγραφής του θρησκεύματος σε τίτλους σπουδών απασχόλησε τη νομική θεωρία και πράξη αρχικά σε επίπεδο Ανεξάρτητων Αρχών. Έτσι, το ζήτημα αντιμετώπισε για πρώτη φορά το 2002 ο Σ.τ.Π., ο οποίος, υιοθετώντας πλήρως το σκεπτικό της αποφάσεως της Αρχής Προστασίας Δεδομένων «περί ταυτοτήτων» (με αριθ. 510/2000: ΤοΣ 26 [2000] 948 επ.), αποφάνθηκε ότι, ενόψει της ιδιότητας του απολυτηρίου ως δημόσιου εγγράφου, που πρέπει αναγκαίως να επιδεικνύεται όπου τυχόν ζητείται, η καταχώριση του θρησκεύματος σε αυτό συνιστά ακούσια δημοσιοποίηση από μέρους του ατόμου του θρησκεύματός του και συνεπώς, προσβάλλεται το δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας (άρθρ. 13 Σ.), όπως αυτό εκδηλώνεται ως δικαίωμα αποκρύψεως των θρησκευτικών πεποιθήσεων. Στην ίδια κατεύθυνση βρίσκεται και η νομολογία του ΕΔΔΑ, σύμφωνα με την οποία, επίσημα δημόσια έγγραφα, μεταξύ αυτών και τα σχολικά, ενόψει και των ποικίλων χρήσεών τους, δεν προορίζονται για την εκδήλωση των θρησκευτικών πεποιθήσεων καθενός και επομένως δεν υφίσταται λόγος που να καθιστά αναγκαία την αναγραφή του θρησκεύματος σε αυτά. Έτσι δεν επιτρέπεται ως πρόβλεψη αντίθετη με την αρνητική θρησκευτική ελευθερία, να υπάρχει ειδικός χώρος για την αναγραφή του θρησκεύματος, έστω και αν δεν πρέπει αναγκαίως να συμπληρωθεί , ούτε ακόμη για λόγους δημογραφικούς. Με δεδομένη, λοιπόν, την παγιωμένη νομολογία ως προς τη μη αναγραφή του θρησκεύματος στα δημόσια έγγραφα, προβάλλει «ως τουλάχιστον άστοχη δικαιοπολιτικά» η Υ.Α. που εξακολουθούσε να διατηρεί την ένδειξη του θρησκεύματος στους τίτλους σπουδών. Άξιο αναφοράς είναι το γεγονός πως για πρώτη φορά η νομολογία εξετάζει το θρήσκευμα υπό το πρίσμα του Γενικού Κανονισμού Προσωπικών Δεδομένων (ΕΕ) 2016/679. Ειδικότερα στην απόφαση αναφέρεται πως σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις του ν. 2472/1997 και ήδη του Κανονισμού 2016/679, οι θρησκευτικές πεποιθήσεις αποτελούν δεδομένο προσωπικού χαρακτήρα, και μάλιστα ευαίσθητο. Τα δεδομένα αυτά, όπως εν προκειμένω οι θρησκευτικές πεποιθήσεις, για να τύχουν νόμιμης επεξεργασίας, πρέπει να συλλέγονται κατά τρόπο θεμιτό και νόμιμο για καθορισμένους σαφείς και νόμιμους σκοπούς και να υφίστανται θεμιτή και νόμιμη επεξεργασία εν όψει των σκοπών αυτών, καθώς και να είναι συναφή, πρόσφορα και όχι περισσότερα από όσα κάθε φορά απαιτείται ενόψει των σκοπών της επεξεργασίας .

Σύμφωνα με τον καθηγητή Ανδρουτσόπουλο η απόφαση αυτή του ΣτΕ αντιμετωπίζει μία μόνο όψη της παρουσίας της θρησκείας στην εκπαίδευση και εξ αυτού, για την καλύτερη κατανόησή της, «πρέπει να ερμηνευθεί συνδυαστικά με το διατακτικό και τα obiter dicta των πεντάδυμων αποφάσεων του ΣτΕ για τα θρησκευτικά» , οι οποίες, όπως ευστόχως έχει επισημανθεί , αποτελούν ένα εξαιρετικό παράδειγμα εκνομικεύσεως της πολιτικής ή/ και ιδεολογικής αντιπαραθέσεως. Ο Βενιζέλος με τη σειρά του αναφέρει πως η ΣτΕ (Ολομ.) 1759/2019 και οι ΣτΕ (Ολομ.) 1749- 1750/2019 (βλ. ανωτέρω) δημοσιεύθηκαν την ίδια μέρα (20.9.2019) έχουν όμως ληφθεί από διαφορετικές συνθέσεις του ίδιου σχηματισμού. Συνιστούν συνεπώς πολύ ενδιαφέρον δείγμα του ερμηνευτικού και νομολογιακού σχετικισμού που συνάπτεται, ως εγγύηση εξέλιξης και ελευθερίας, με το κράτος δικαίου και ειδικότερα με τον διάχυτο, συγκεκριμένο και παρεμπίπτοντα (τύποις τουλάχιστον) χαρακτήρα του δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας.

ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΟΛΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΑΡΘΡΑ
του Ανδρέα Πετρουλάκη
Το κλίκ της ημέρας
του Ανδρέα Πετρουλάκη
oncologists.gr

Πρόσφατα Νέα

Linardi Anastasia
Spartaland