Ο Καθρέφτης

Τρίτη, 11 Φεβρουάριος 2020 21:49 | | E-MAIL ΕΚΤΥΠΩΣΗ

Και ξαφνικά χωρίς να καταλάβω πως ο νους με πήγε στον καθρέφτη. Αλήθεια, είπα, οι παλαιότεροι άνθρωποι, όχι οι πολύ μακρινοί, αλλά όταν η δική μου γενιά είμαστε παιδιά, στα χωρία μας είχαμε καθρέφτες; Και προσπαθούσα να θυμηθώ.

Όχι, στο σπίτι μας και στα σπίτια όλα του χωριού που μεγάλωσα δεν υπήρχαν καθρέφτες, όπως τους ξέρουμε σήμερα. Ή υπήρχε ένας μικρός 20Χ20 εκατοστών απέναντι ακριβώς από την πόρτα που μπαίναμε στη σάλα κρεμασμένος στον τοίχο και γύρω απ’ αυτόν κολλημένες διάφορες φωτογραφίες.

Ακόμα καθρέφτης ήταν η ʺΚαλημέραʺ, που τ’ όνομά της πήρε από τη λέξη που έγραφε ημικυκλικώς και υποτίθεται την έλεγε μια όμορφη κοπέλα με πλούσια καλοχτενισμένα μαλλιά που ήταν σταμπαρισμένη στη μια πλευρά του καθρέφτη, σε όποιον πλησίαζε να κυτταχτεί. Και αυτούς τους καθρέφτες σπεύδω να ειπώ, αν κάποιος πέθαινε στο σπίτι αμέσως τους γύριζαν ανάποδα για να μην αρπάξει την ψυχή που προβάλλεται έξω από το σώμα με την αντανάκλασή της στον καθρέφτη η σκιά του πεθαμένου, που, όπως πίστευαν, περιφέρεται. Ή αν κάποιος κυτταχτεί στον καθρέφτη μετά από ένα θάνατο θα πεθάνει κι αυτός. Έτσι πιστεύανε. Προλήψεις; Μπορεί.

Σήμερα δε βρίσκεται σε κανένα σπίτι ʺΚαλημέραʺ, ούτε και σε χωριό. Και αν υπάρχει θά ’ναι πεταμένη σε κανένα κατώι. Μόνο σε Λαογραφικά Μουσεία αν ο συλλέκτης δεν τη θεώρησε άνευ λαογραφικού ενδιαφέροντος, τη μάζεψε και την έχει τοποθετήσει κάπου εκεί.

Εμείς στο σπίτι μας είχαμε κι απ’ τα δύο, και καθρέφτη σαν αυτόν που είπα και ʺΚαλημέραʺ, την οποία είχε τοποθετήσει η μάνα σε ένα μικρό χωλάκι αριστερά όπως μπαίναμε για το χειμωνιάτικο και ίσια κατά τη σάλα. Άλλον δε θυμάμαι. Ούτ’ εμείς ούτε άλλος κανείς είχε στο χωριό εκτός από κάτι μικρά καθρεφτάκια τσέπης με κολλημένα δύο γυαλιά που στη πίσω μεριά είχαν ποδοσφαιριστές, σήματα ομάδων ή ηθοποιούς, κυρίως γυναίκες. Μ’ αυτά ξυρίζονταν οι άντρες. Δεν έβλεπαν όμως τόσο καλά και στα μάγουλά τους…. μένανε πατουλιές.

Γενικά αυτή ήταν η κατάσταση που επικρατούσε σε όλα τα χωριά της Ελλάδος. Και όσους ρώτησα το ίδιο είπαν. Δεν θυμάμαι δε να ήσαν διαφορετικά τα πράγματα στη Δημητσάνα, την πρωτεύουσα της επαρχίας που πήγα και έβγαλα το Γυμνάσιο. Και δύο (2) ραφεία που δούλευαν ασταμάτητα δεν είχαν καθρέφτες σταθερούς και μεγάλους που να σε παίρνουν ολόσωμον αλλά φορητούς, μεγαλύτερους κάπως απ’ αυτούς που υπήρχαν στα σπίτια, που ο ράφτης τους έφερνε γύρω για να ιδεί ο πελάτης τους ώμους ή το πίσω μέρος πώς πέφτει το ρούχο. Ίδια κατάσταση επικρατούσε και στα κουρεία. Στη Τρίπολη που πήγα όταν έβγαλα το Γυμνάσιο είχε ελάχιστους μεγάλους καθρέφτες έξω από λίγα κεντρικά εμπορικά καταστήματα. Τί συνέβαινε μέσα δεν ξέρω. Δεν ήμουν ποτέ μπασμένος.

Ούτε κάθονταν οι γυναίκες όπως σήμερα με τις ώρες μπροστά στον καθρέφτη, που αν έχεις να πας κάπου με τη γυναίκα σου, σίγουρα θα σε εκθέσει. Και αιτία θα είναι ο καθρέφτης, αφού τότε ούτε καθρέφτες υπήρχαν για να στηθούν μπροστά τους ούτε ώρα για τέτοια. Θυμάμαι τη μάννα μου, όταν ήθελε να βγει απ’ το σπίτι και να πάει στην εκκλησιά ή περίμενε μουσαφίρη, έβανε εμένα να ρίξω μια ματιά να ιδώ μήπως έχει καμμιά μουτζούρα στα μούτρα της. Ήμουν ο καθρέφτης της.

Πόσα τέτοια δεν σκέφτηκα σήμερα. Ας σταματήσω όμως εδώ αφού αρκετά είπα ως αφόρμηση.

Ο καθρέφτης, καθρέπτης, κατρέφτης σαν λέξη κατεβαίνει απ’ το αρχαίο κάτοπτρο. Και το κάτοπτρο είναι από την πρόθεση κατά και το ὄπωπα, παρακείμενος β΄ του ὁρῶ, που έπαιρνε δασεία. Και η δασεία ήταν γράμμα βαρύ, δασύ. Και από ’δώ και πέρα έχουμε σειρά ολόκληρη μεταβολών. Πρώτα πρώτα η δασεία του ὁρῶ έχει κι εδώ επιδράσει κι ας μην έπαιρνε δασεία το ὄπωπα, όπως τα Αλεξανδρινά καθοπτεύω, καθόπτης αντί κατοπτεύω, κατόπτης. Έτσι έχουμε κάθοπτρον, κάθροπτον, και με μετάθεση του υγρού ρ έχουμε κάτροπτρον, όπως έσοπτρον (ἐς+ὁρῶ), δίοπτρον (διόπτρα). Το κάθοπτρον τώρα έδωσε τον καθρόπτην, καθρέπτην. (Το πτ γίνεται και φτ, η δε τελευταία συλλαβή σε καθρέφτης έγινε όπως ο κλέφτης, ψεύτης κλπ.) Αυτή εν ολίγοις είναι η πορεία της λέξεως.

Καθρέφτες στην αρχαιότητα, όπως τους ξέρουμε σήμερα δεν υπήρχαν. Είχαν όμως τα κάτοπτρα που ήσαν λείες επιφάνειες από στιλβωμένο χαλκό που αντανακλούσε. Εκεί έβλεπαν και οι άνθρωποι τα πρόσωπά τους, όσοι είχαν τέτοια χάλκινα κάτοπτρα. Πάντως λίγων αρχαίων αντικειμένων έχουμε τόσο πλήρη γνώση όσο των κατόπτρων. Ήταν δε απαραίτητο σε κάθε γυναικωνίτη. [Άλλος τρόπος να ιδείς το πρόσωπό σου ήταν στο ήρεμο νερό μιας στέρνας πχ ή ενός πηγαδιού. Όμως ακόμα κι εκεί τό ’βλεπες αμυδρά, όχι καθαρά όπως στο κάτοπτρο και πρακτικά δεν εξυπηρετούσε. Εδώ θυμίζω το Νάρκισσο, που είδε το είδωλό του μέσα στο νερό και το ερωτεύτηκε. Ο μύθος που ενέπνευσε και εμπνέει ακόμη και σήμερα ποιητές και άλλους καλλιτέχνες και έδωσε τη λέξη ναρκισσισμός που μας έμεινε, πρέπει να είναι φοβερά συμβολικός και αλληγορικός. Αυτό όμως είναι άλλο θέμα, που σχετίζεται με τους πολιτικούς κυρίως οι οποίοι ερωτεύονται τους εαυτούς τους κυττάζοντάς τους στον καθρέφτη όταν ρητορεύουν.]

Οι μεταλλικοί αυτοί καθρέφτες εχρησιμοποιούντο μέχρι τον 17ον αιώνα, οπότε έγιναν οι πρώτοι καθρέφτες από γυαλί. Στην πίσω μεριά του γυαλιού έστρωναν κασσίτερο κι έτοιμος ο καθρέφτης. Αργότερα βρέθηκε και το καταλληλότερο είδος γυαλιού για καθρέφτες, έγιναν εργοστάσια και είχαμε βιομηχανική παραγωγή καθρεφτών.

Τέλος η συνήθεια να υπάρχουν καθρέφτες σε αίθουσες αναμονής, μέσα σε ασανσέρ κλπ, ξεκίνησε τον προπροηγούμενο αιώνα από την Αμερική και να πως: Σ’ ένα πολυόροφο ξενοδοχείο που υπήρχε μόνο ένα ασανσέρ, παρετηρείτο μεγάλη καθυστέρηση στην τακτοποίηση των πελατών, ορισμένοι δε εξ αιτίας αυτής έφευγαν και τούτο σήμαινε διαφυγόν κέρδος.

Επειδή το διαφυγόν κέρδος είναι κάτι αδιανόητο για τους επιχειρηματίες γενικά, ο ξενοδόχος κάλεσε τους συμβούλους του να του ειπούν τί να κάνει ώστε να μη φεύγουν οι πελάτες. Εκείνοι του πρότειναν διάφορα, όπως να φτιάξουν κι άλλο ασανσέρ ή να κάνουν το υπάρχον ταχύτερο. Και τα δύο όμως ήσαν δαπανηρά, συνεπώς ασύμφορα. Τότε ένας που ήταν και ψυχολόγος, του είπε να καλύψουν τους τοίχους της αίθουσας υποδοχής και αναμονής, αλλά και μέσα το ασανσέρ με καθρέφτες. Έτσι, κατέληξε, οι μεν κυρίες ως φιλάρεσκες θα καλλωπίζονται μπροστά στους καθρέφτες, οι δε κύριοι θα χαζεύουν τις κυρίες που καλλωπίζονται, κανείς δεν θα δυσανασχετεί και δεν θα φεύγει. Η λύση απεδείχθη σωτήρια κι έτσι καθιερώθηκαν οι καθρέφτες στις αίθουσες αναμονής, μέσα στα ασανσέρ κι αλλού.

Όλα τούτα σήμερα τα θεωρούμε δεδομένα και κανείς δεν ασχολείται. Κάποτε όμως δεν ήσαν. Και φανταστείτε να μην υπήρχαν καθρέφτες. Κανείς μας δεν θα ξέραμε το πρόσωπό μας. Κι αν δεν υπήρχε ο καθρέφτης θα περιμέναμε να μας πουν οι άλλοι. Πώς όμως θα τά ’λεγαν; Θα μας έλεγαν αλήθεια ή θα κορόιδευαν και τί θα καταλαβαίναμε εμείς για τους εαυτούς μας;

Ξαφνικά στο παράθυρο ήρθε ένα πουλάκι και θυμήθηκα ένα τέτοιο που κάθισε μια φορά στον καθρέφτη και τρόμαξε. Κι ο νους ακατάστατος με πήγε στη συμπεριφορά των ζώων που είναι παράξενη με τους καθρέφτες. Το βόιδι για παράδειγμα αν ιδεί τη μούρη του σε καθρέφτη θεωρεί πως είναι άλλο βόιδι κι επιτίθεται. Και για να αλλάξουμε τόνο θα σας διηγηθώ ένα περιστατικό που συνέβη στη Κατοχή εδώ στην περιοχή μας. Τότε που φάνηκε και ο χαρακτήρας πολλών ανθρώπων. Μοιάζει με ανέκδοτο αλλά σας βεβαιώνω πως είναι γεγονός.

Κάποιος μαυραγορίτης χωριάτης πήρε για λίγες οκάδες αραποσίτι από έναν που ήταν ευκατάστατος προ Κατοχής, διάφορα πράγματα αξίας, καθώς και μια ντουλάπα με καθρέφτη που είχε εισαχθεί από το εξωτερικό. Δεν είχε όμως πού να την τοποθετήσει γιατί το σπίτι του ήταν ισόγειο δίχως χωρίσματα και ως τη μεσιά έβανε τους τετράποδους συνεργάτες του (τα ζώα του), στ’ άλλο μισό, που ήταν λίγο υπερυψωμένο όπου ο σουφάς γύρω απ’ το τζάκι, έμενε ο ίδιος με τη φαμελιά του. Την έβαλε λοιπόν τη ντουλάπα με τον καθρέφτη απέναντι απ’ την πόρτα κολλητά στο τοίχο. Το μεσημέρι που ήρθε το βόιδι του από τη βοσκή και μπήκε στο στάβλο είδε στον καθρέφτη τη μούρη του. Το νόμισε άλλο βόιδι που μπήκε στο παχνί και κατά τη συνήθεια των βοδιών μούγγρισε, έσυρε το μπροστινό του πόδι δυο τρεις φορές και χτύπησε με ορμή το υποτιθέμενο άλλο βόιδι του καθρέφτη. Αποτέλεσμα ήταν να κάνει κομμάτια καθρέφτη και ντουλάπα και να σπάσει και το ίδιο το ένα του κέρατο στον τοίχο που ακούμπαγε η ντουλάπα. Το περιστατικό το ’μολογάνε ακόμα και σήμερα, τ’ άκουσα κι εγώ και σας το μετέφερα.

Όμως δεν τρομάζουν ούτε αντιδρούν έτσι όλα τα ζώα αν δουν τη φάτσα τους στον καθρέφτη. Οι χιμπατζήδες μάλιστα αναγνωρίζουν τον εαυτό τους ή το θηλυκό περιστέρι δεν γεννάει αυγά αν είναι μόνο χωρίς το ταίρι του. Αν βάλουμε όμως στη φωλιά απέναντι έναν καθρέφτη και βλέπει τον εαυτό του, οι ωοθήκες του αρχίζουν να λειτουργούν. Γενικά η αντίδραση των ζώων με τον καθρέφτη είναι περίεργή.

Έλεγα πως αν δεν υπήρχε ο καθρέφτης δεν θα ξέραμε πώς είμαστε και θα περιμέναμε να μας πουν οι άλλοι. Θα μας έλεγαν όμως την αλήθεια; Και εκεί που σκεφτόμουν αυτά το μυαλό έκανε άλμα τολμηρότερο. Καλά, είπα, για τον εαυτό μας εξωτερικά έχουμε τον καθρέφτη και βλέπουμε. Τί γίνεται όμως με τον εσωτερικό μας εαυτό για τον οποίον δεν διαθέτουμε καθρέφτη; Και για το τι είναι αυτός, μαλακός, κακός, σκληρός, ήρεμος, υπομονετικός, έξυπνος, τολμηρός, δειλός, στοργικός, μοχθηρός, χαιρέκακος, εκδικητικός κλπ κλπ, να τα λες και να μη σωνώνται, μας λένε οι άλλοι. Οι ίδιοι δεν το βλέπουμε και τον εαυτό μας τον δικαιολογούμε.

Και σκέφτηκα: θα εφευρεθεί κάποτε ένας καθρέφτης να βλέπουμε την ψυχή μας; Γιατί σήμερα εξακολουθεί να ισχύει αυτό που έλεγε ο αρχαίος. ʺΚάτοπτρον εἴδους χαλκός, οἶνος δὲ νοῦʺ. Δηλαδή ο χαλκός είναι ο καθρέφτης κάθε πράγματος και το κρασί ο καθρέφτης του νου. Δεν υπάρχει λοιπόν προς το παρόν τουλάχιστον καθρέφτης για τον εσωτερικό μας εαυτό άλλος απ’ το κρασί. Και ο λαός λέει ποιός είσαι φαίνεται όταν είσαι μεθυσμένος. Το οινόπνευμα (οίνος + πνεύμα) ο καθρέφτης της ψυχής. Και επειδή δεν υπάρχει καθρέφτης της ψυχής, είπαν ακόμη πως καθρέφτης της είναι τα μάτια. Και τον άλλον, είχα διαβάσει κάπου να τον κυττάζεις στα μάτια. Αν είναι να σου κάνει καλό θα κάνει αμέσως μεγαλύτερο. Αν είναι να κάνει κακό θα σου κάνει μικρότερο.

Έχουμε λοιπόν άγνοια του εαυτού μας. Γι’ αυτό και δεν πρέπει να τον κρίνουμε γιατί δεν τον ξέρουμε, πάντα θα τον δικαιολογούμε τον εαυτούλη μας, θα τον καλύπτουμε όση αυστηρή κριτική κι αν κάνουμε. Και είναι αυτός ακριβώς ο λόγος που οι αρχαίοι έλεγαν ʺγνῶθι σαυτόνʺ και ʺχαλεπὸν ἑαυτὸν γνῶναιʺ. (Δύσκολο να γνωρίσεις τον εαυτό σου). Το πιο δύσκολο αφού καθρέφτης δεν υπάρχει. Και ο μεγαλύτερος εχθρός ο εαυτός μας.

Όμως όσο τα σκέφτομαι λέω ότι ευτυχώς που δεν υπάρχει για την ανθρώπινη ψυχή καθρέφτης και μακάρι να μη βρεθεί ποτέ. Διότι αν υπήρχε και τη βλέπαμε είμαι βέβαιος πως θα τη σιχαινόμαστε τέτοια θηρία που είμαστε. Θα βλέπαμε ανθρώπους που ευχαριστιώνται για τα βάσανα των άλλων. Ότι ικανοποιείται η ψυχή τους για τις στερήσεις των άλλων. Ότι υποκρίνονται πως σε αγαπούν, παριστάνουν πως σε σέβονται, σε εκτιμούν, σε αναγνωρίζουν, χαίρονται σαν σε βλέπουν. Με μια λέξη με την αντανάκλαση της ψυχής στον καθρέφτη, με τη φωτογραφία της θα έπεφταν οι μάσκες και θα φανερώνονταν η υποκρισία και η κυνικότητα, η κρυψίνοια και η πονηριά.

Φυσικά αν υπήρχε καθρέφτης που να καθρεφτίζεται η ψυχή θά ’δειχνε και τους καλούς ανθρώπους. Αυτοί όμως δεν έχουν ανάγκη να δείξουν την καλοσύνη τους. Φαίνεται από τις πράξεις τους. Το ότι λοιπόν δεν υπάρχει βολεύει μόνο τους κακούς και βλέπουμε πως και δω ακόμη οι κακοί πλεονεκτούν και επικρατούν. Πάντως το θέμα για καθρέφτη της ψυχής φτιάχνει μόνο του ολόκληρη πραγματεία.

Όμως ας ξαναγυρίσουμε στον καθρέφτη που ήδη έχουμε δηλαδή αυτόν του σώματος. Που κάθονται οι γυναίκες κυρίως σήμερα απ’ το πρωί ως το βράδυ μπροστά του κι έχει γίνει ο τύραννός τους. Δεν χάνουν ευκαιρία όπου δουν καθρέφτη να σταθούν και να χαζέψουν τον εαυτό τους. Τον έχουν μονίμως στην τσάντα τους. Περιεργάζονται το σώμα τους και στη μικρότερη λεπτομέρεια. Καλλωπίζονται, ξυρίζονται και στα πλέον απόκρυφα. Με τις ώρες στα διάφορα ινστιτούτα ομορφιάς, να βάφονται, να τεντώνουν μάγουλα, λαιμούς, να γεμίζουν στήθη, χείλη κλπ σιλικόνη, να σουβατίζονται με τις ώρες, ώστε γίνονται σαν καμουζέλλες (καμούζελλος ο μεταμφιεσμένος, καμουζέλλα και κακαμήλα = μπούλα, μπαρμπούτα, μασκαράς) και δεν ξέρεις πια ποια είναι η μορφή της γυναίκας. Όλα ψεύτικα και για να ιδείς πως είναι πρέπει να τη βουτήξεις στη χλωρίνη. Κι όλ’ αυτά για να φαίνονται νέες ξεχνώντας την παροιμία: ʺΟ γάιδαρος είν’ γάιδαρος και ας φορεί και σέλα / Η γριά κι αν εστολίζεται δε γίνεται κοπέλλαʺ. Και κανένα παιδί πια δεν τολμά να ειπεί μια μεγάλη γυναίκα γιαγιά. Αν την ειπεί τον μπελά του θα βρει. Χώρια τα λεφτά που ξοδεύουν. Και σκέφτομαι αν οι άνθρωποι δεν είχαν καθρέφτες από πόσα θα γλυτώναμε…

Σαν θέμα πάντως ο καθρέφτης, μη μου πείτε, είναι βαρβάτο. Να καθίσει κανείς να σκεφτεί σοβαρά τον καθρέφτη στην παράδοση, τη μυθολογία -και πόσοι μύθοι σχετικά με τον καθρέφτη- στα παραμύθια, τη λογοτεχνία, τη λαογραφία. Δεν συμφωνείτε;

ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΟΛΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΑΡΘΡΑ
του ΚΥΡ
Το κλίκ της ημέρας
του ΚΥΡ
oncologists.gr

Πρόσφατα Νέα