Περί της Πλατείας της αγοράς: Μια φωτογραφία, δύο έγγραφα και κάμποσες σκέψεις

(η άλλως πως… η ενδιαφέρουσα και ολίγον θλιβερή ιστορία μιας πλατείας)

Πέμπτη, 27 Ιούνιος 2019 21:38 | | E-MAIL ΕΚΤΥΠΩΣΗ

Κρίνω αναγκαίο από την αρχή να επισημάνω κάποια πράγματα έτσι ώστε να μην υπάρξει οποιαδήποτε παρανόηση σχετικά με τα κίνητρα και κυρίως με τα μέσα που χρησιμοποίησα, όταν, ξετυλίγοντας το κουβάρι του χρόνου, προσπάθησα να ξεφυλλίσω μερικές σελίδες από την αρχική μορφή της πόλης μας και ιδιαίτερα από την κεντρικής της πλατεία, ανατρέχοντας στα λίγα χρόνια μετά την ανίδρυση της το 1834 από τον Όθωνα. Είναι γνωστό πως ο νεαρός βασιλιάς υπακούοντας στις προτροπές και στην επιθυμία του φιλέλληνα πατέρα του Λουδοβίκου του Α΄ της Βαυαρίας, απεφάσισεν, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει στις εκκλησιαστικές του σελίδες της Λακωνίας ο αρχιμανδρίτης Μελέτιος Γαλανόπουλος, «την ανοικοδόμησιν της παλαιάς Σπάρτης και την ενοίκησιν της κυρίως με τους κατοίκους του γειτνιάζοντος Μυστρά». Για τον σκοπό αυτό ανέθεσε τον πολεοδομικό της σχεδιασμό στο Φρειδερίκο Staoufert, έναν χαρισματικό και εμπνευσμένο για την εποχή του γεωμέτρη και χωροτάκτη μηχανικό. Ήταν το σωτήριο έτος 1834 μ. Χ και αυτή ήταν η επανεκκίνηση της πορείας της Σπάρτης στην Ιστορία. Μιας πορείας που είχε διακοπεί πριν αιώνες εξ αιτίας φυσικών καταστροφών αλλά και της παρακμής του ιδιόρρυθμου στρατιωτικού κοινωνικού και πολιτικού συστήματος της, χάρη στο οποίο είχε αναγορευθεί σε υπερδύναμη στα χρόνια της κλασσικής αρχαιότητας μέχρι και την κατάκτηση της Ελλάδας από τους Ρωμαίους. 
Για τα όσα λοιπόν ελπίζω ότι ο αναγνώστης θα έχει την υπομονή να διαβάσει, ζητώ την κατανόηση και κυρίως την επιεική κρίση του, αφού αποτελούν προσωπικές μου απόψεις που στηρίζονται κυρίως σε κάποιες εικόνες που σχημάτισα από φωτογραφικές απεικονίσεις και από γκραβούρες εκείνης της εποχής. Αλλά και από κάποιες αφηγήσεις που, ταξιδεύοντας από γενιά σε γενιά μέσα στον χρόνο, έφθασαν στις μέρες μας. 
Κι’ακόμη από συναισθήματα πού ξεπηδούν μέσα από την απλή αντιπαραβολή του τώρα με το τότε. Του σήμερα με το χθές. Αλλά κι’από άλλα που αναβλύζουν αβίαστα όταν, εντρυφώντας μέσα στις σελίδες κάποιων λίγων γραπτών πηγών που αναφέρονται σε εκείνη την περίοδο, πληροφορείσαι για έργα, ημέρες και πρόσωπα πού έπαιξαν ρόλο, μερικές φορές καθοριστικό, όχι πάντα θετικό, στην μετέπειτα πορεία αυτής της πόλης από την ανίδρυση της μέχρι και σήμερα. 
Αφορμή λοιπόν για την αποψινή αναδρομή στα πρώτα βήματα της νέας Σπάρτης μου έδωσε η φωτογραφία πού συνοδεύει αυτό το κείμενο. Τραβηγμένη το 1865 από τον περιηγητή φωτογράφο Paul Baron des Granzes, κατά πάσα πιθανότητα είναι η πρώτη φωτογραφική απεικόνιση της νέας Σπάρτης. Τις εστί Paul Baron des Granzes; Ανατρέχοντας στο διαδίκτυο που θεραπεύει πάσαν νόσον αγνοίας και πάσαν άλλην πνευματικήν αδυναμίαν, δεν έγινα και πολύ σοφότερος. Λίγα πράγματα βρήκα για τον des Granzes, τα οποία και παραθέτω:
Ο γερμανός Paul Baron des Granzes γεννήθηκε το 1825 στην Καλαμάτα όπου και έζησε έως το 1848 οπότε και έφυγε για σπουδές στην Γερμανία. Το 1856 επανήλθε για αδιευκρίνιστους λόγους στην Ελλάδα και γύρω στο τέλος της δεκαετίας του 1850 εγκαταστάθηκε τελικά στην Ιταλία. Φαίνεται ότι η πρώτη του επαφή με την φωτογραφία πραγματοποιήθηκε στην Φλωρεντία στις αρχές της δεκαετίας του 1860. Το 1865 περιόδευσε στην Ελλάδα (Αθήνα, Κόρινθος, Δελφοί, Αιγινα, Σπάρτη) φωτογραφίζοντας συστηματικά τις φυσικές ομορφιές και τα ιστορικά της μνημεία και το 1870 δημοσίευσε σε λεύκωμα 44 από αυτές μεταξύ των οποίων και αυτή την φωτογραφία που απεικονίζει την Σπάρτη. 
Αυτά αναφέρουν κάποιες πηγές για τον des Granzes. Πάντως είναι φανερό πως ετούτος ο Γερμανός ελληνολάτρης, έχοντας την οικονομική ευχέρεια αλλά και το ταλέντο, ασχολήθηκε με την καινούργια για εκείνη την εποχή τέχνη της φωτογραφίας, αποθανατίζοντας ονομαστά μέρη της Ελλάδας, μεταξύ των οποίων και την χωροτακτικά και πολεοδομικά «νεογέννητη» Σπάρτη. 
Ένα άλλο κίνητρο για την σημερινή απόδραση στο νεώτερο παρελθόν αυτής της πόλης ήσαν 2 φύλλα της Εφημερίδας της Κυβέρνησης του 1856 στα οποία δημοσιεύονται δυο Βασιλικά Νομοθετήματα (ένας Νόμος
και ένα διάταγμα) που επιτρέπουν την κατάτμηση μέρους της κεντρικής πλατείας, την οικοπεδοποίηση της και στην συνεχεία την πώληση των οικοπέδων, αλλάζοντας δραματικά την αρχική μορφή της, όπως τουλάχιστον την είχαν εμπνευσθεί οι Βαυαροί χωροτάκτες και πολεοδόμοι που σχεδίασαν με δημιουργική φαντασία και κατά τρόπο υποδειγματικό ακόμη και για τις μέρες μας, την μορφή της νέας Σπάρτης. Κάποια υπολείμματα του βαυαρικού σχεδιασμού πού γλίτωσαν από την μανία των συνεχών άναρχων τροποποιήσεων και την τσιμέντινη βουλιμία που μας έχει καταλάβει τις τελευταίες δεκαετίες, αποδεικνύουν του λόγου το αληθές. Αν αφορμή για τούτη την αναφορά μου στο Σπαρτιάτικο χθες, ήταν η φωτογραφία του γερμανού ευγενούς που κοσμεί μία από τις αίθουσες της Κουμανταρείου Πινακοθήκης μας και τα δυο βασιλικά νομοθετήματα, αιτία υπήρξε η περιλάλητη και πολυθρύλητη οικοπεδοποίηση της κεντρικής μας πλατείας που επιχειρήθηκε λίγα μόνον χρόνια μετά την εκπόνηση του Βαυαρικού σχεδίου και οι συνέπειες της στην ποιότητα ζωής και στην εξέλιξη της πόλης μας. 
Σε αυτήν λοιπόν θα προσπαθήσω να αναφερθώ με το μάτι ενός μη ειδικού, που όμως έζησε όλη την ζωή του στην Σπάρτη και συνεπώς αυταπόδεικτα θα πρέπει να ενδιαφέρεται για το μέλλον της. Το μέλλον, που όπως πάντα συμβαίνει, εξασφαλίζεται μόνον όταν λαμβάνεις υπ’όψη σου τα διδάγματα και τις εμπειρίες από το παρελθόν, έστω κι’ αν κάποιες από αυτές είναι δυσάρεστες η ακόμη τραυματικές και επώδυνες. Έτσι λοιπόν δικαιολογημένα ίσως ο αναγνώστης να αναρωτηθεί τι μ’έπιασε σήμερα και σκαλίζω θέματα που εδώ και περισσότερο από ενάμισι αιώνα έχουν πάρει την οριστική τους μορφή και έχουν παγιοποιηθεί στην συνείδηση του μεγαλύτερου μέρους της κοινής μας γνώμης. Κι’ακόμη ποιο το όφελος από τούτη την αναδρομή στο παρελθόν της πόλης, όταν είναι σχεδόν σίγουρο πως μπορεί να οδηγήσει σε κάποιες θλιβερές διαπιστώσεις, γεννώντας παράλληλα και άλλες τόσες μελαγχολικές σκέψεις και τίποτα άλλο; 
Η ενδιαφέρουσα λοιπόν ιστορία της κεντρικής μας πλατείας άρχισε το 1834 όταν εκπονήθηκε από τους Βαυαρούς το σχέδιο πόλης. Στο σχεδιασμό των 600 στρεμμάτων που απαρτίζουν την νέα πόλη, περίοπτη θέση καταλαμβάνει η κεντρική πλατεία ή πλατεία της Αγοράς, όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στο Βαυαρικό σχέδιο. Είναι κάτι συνηθισμένο στις πολεοδομικές μελέτες, που όμως στην περίπτωση τηςΣπάρτης παίρνει ιδιαίτερες διαστάσεις μιας και οι Βαυαροί θέλησαν στην πλατεία που κατά κανόνα χτυπά και πάλλεται η καρδιά μιας πόλης, να τονίσουν και την ιδιαιτερότητα του τοπίου, προβάλλοντας τον Ταύγετο και απλώνοντας την σε δυο μεγάλα οικοδ. τετράγωνα από δυσμάς προς ανατολάς που το μόνον που τα χώριζε διασχίζοντάς τα, ήταν η σημερινή λεωφόρος Κ. Παλαιολόγου. Έτσι λοιπόν το βλεμμα του περιπατητή διατρέχοντας ανεμπόδιστα την έκταση της πλατείας, σταματούσε έκθαμβο μπροστά στον επιβλητικό γκριζογάλανο Ταυγέτειο όγκο. Οι σχεδιαστές για να κατοχυρώσουν τούτο το ανεπανάληπτο θέαμα και να διατηρήσουν στον χρόνο την εικόνα του σερνικού βουνού που σμίγει σχεδόν ερωτικά με την πόλη πάνω από την πλατεία, φρόντισαν ώστε στην δυτική της πλευρά να οικοδομούνται μόνον ισόγεια κτίσματα μ’ένα μικρό ημιώροφο. Κι’ακόμη για να προσθέσουν στην ομορφιά της, την στόλισαν περιμετρικά με ένα σύμπλεγμαστοών. Πρόκειται για τις περίφημες καμάρες που μέχρι και πριν λίγα χρόνια ακόμη, αρχές της δεκαετίας του 1970, μερικές είχαν διασωθεί, προσθέτοντας σε αρχιτεκτονικό κύρος, λειτουργώντας αρμονικά με την πλατεία και εντυπωσιάζοντας τον επισκέπτη της πόλης. Τελικά κατά την ταπεινή μου άποψη, σημείο αιχμής του βαυαρικού σχεδίου και καίρια προϋπόθεση για την λειτουργικότητα αλλά και την αισθητική του, αποτελούσε η πλατεία της αγοράς και ο τρόπος που είχε σχεδιασθεί. 
Επειδή όμως στην νεοελληνική πραγματικότητα… κάθε θαύμα κρατάει τρεις μέρες, δεν είχαν περάσει παρά λίγα χρόνια από τον αρχικό σχεδιασμό όταν άρχισαν οι επεμ βάσεις. 
Ετσι λοιπόν με τον Νόμο ΤΞΘ΄ της 27ης Σεπτεμβρίου 1856, περί εκποιήσεως των περί την πλατείαν της Σπάρτης οικοπέδων, επιχειρείται η πρώτη στην ουσία παρέμβαση στο αρχικό σχέδιο. Από το φύλλο της εφημερίδας της Κυβέρνησης αντιγράφω:
ΟΘΩΝ ΕΛΕΩ ΘΕΟΥ ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ. Ψηφισάμενοι ομοφώνως μετά της Βουλής και της Γερουσίας απεφασίσαμεν και διατάσομεν: 
Αρθρον 1: Τα κατά το εγκεκριμμένον διάγραμμα της εν Σπάρτη πλατείας της αγοράς οικόπεδα, θέλουν εκποιηθή αναλόγως της ζητήσεως τοις μετρητοίς επί πλειοδοσία…Αρθρον 3:Το εκ της εκποιήσεως των οικοπέδων της αγοράς κεφάλαιον προορίζεται εις κατασκευήν κοινωφελών ιδρυμάτων, οίον εκκλησίας, υδραγωγείου προς μετόχευσιν εν Σπάρτη ποσίμου ύδατος και κατασκευήν δημοσίων βρύσεων, φυλακής προς κράτησιν των υποδίκων, των ελαφροποίνων και των προσωπικώς κρατουμένων, σχολείου αλληλοδιδακτικού και ελληνικού, στρατώνος της χωροφυλακής και της φρουράς, δημοτικού και ειρηνοδικειακού καταστήματος και μιας επί του Ευρώτα, γεφύρας. Εκ του ποσού το οποίον θέλει προκύψει εκ της εκποιήσεως των περί ων πρόκειται οικοπέδων δέκα χιλιάδες δραχμών προσδιορίζονται δια να χρησιμεύσωσιν εις ανασκαφάς προς ανέυρεσιν αρχαιοτήτων… Αρθρον 5: Δια Β. Διατάγματος θέλουν προσδιορισθεί: α) Αι διαστάσεις των περι την πλατείαν εκποιηθησομένων οικοπέδων. β)Το σχέδιον των επί των οικοπέδων τούτων ανεγερθησομένων εργαστηρίων και αποθηκών και γ)οι όροι της κατά το άρθρον1 του παρόντος Νόμου δημοπρασίας. 
Στη συνέχεια εκδίδεται και δημοσιεύεται το από 30 Οκτωβρίου 1856 Βασιλικό Διάταγμα εις εκτέλεση του πάρα πάνω Νόμου. Αντιγράφω και πάλι την τελευταία παράγραφο του άρθρου 10 του εν λόγω διατάγματος: Επί των δύο επιμήκων τετραγώνων υπό στοιχεία Χ. Ψ. θέλουσι ανεγερθή μονόροφοι οικοδομαί κατά το ειδικόν ιχνογράφημα το επί του γενικού διαγράμματος της πλατείας υπάρχον. 
Είναι φανερό πια ότι στην πλατεία όπως αρχικά είχε σχεδιασθεί από τον Staufert και τους Βαυαρούς του (ας μου συγχωρεθεί η έκφραση αλλά άλλη καταλληλότερη για την περίσταση δεν βρίσκω), έχει μπει για πρώτη φορά χέρι. Ένα μέρος της οικοπεδοποιείται με την δημιουργία των δύο επιμήκων τετραγώνων Χ και Ψ που μάλλον στη συγκεκριμένη περίπτωση θα «συνέβαλλε» σε αυτό και το περίφημο πολιτικό κόστος που διαχρονικά ταλαιπωρεί αυτήν την Χώρα, με την μορφή πίεσης που ασκούν οι «ενδιαφερόμενοι». Κάτι πού έμμεσα πλην σαφώς καταφαίνεται και στη περίπτωση μας από την αναφορά κάτοικων της νέας Σπάρτης το ίδιο έτος 1856 προς το Υπουργείο των Εσωτερικών με την οποία εκφράζουν την ικανοποίηση τους για την εκποίηση των οικοπέδων της πλατείας. 
Από τα στοιχεία του Δήμου προκύπτει ότι Δήμαρχος το 1854 ήταν ο Νικόλαος Σαλταφέρος και πιθανώς ο ίδιος κατείχε την θέση του πρώτου πολίτη της Σπάρτης όταν επιχειρήθηκε δυο χρόνια μετά η βάναυση πολεοδομική παρέμβαση. Βέβαια από πουθενά δεν προκύπτει ότι αυτός είχε την πρωτοβουλία. Συγχρόνως όμως από πουθενά επίσης δεν προκύπτει και η οποιαδήποτε από πλευράς του, η εν πάση περιπτώσει από πλευράς της τότε δημοτικής Αρχής, αντίδραση στην επιχειρούμενη παρέμβαση. Για να είμαστε δίκαιοι όμως, η λογική που ίσως επικράτησε στην συγκεκριμένη περίπτωση είχε να κάνει και με την τόνωση του μηδαμινού μέχρι τότε, ενδιαφέροντος για οικοδόμηση, σε συνδυασμό με την «άπλα» και την οικιστική ευρυχωρία που επικρατούσε στην νεοσύστατη πόλη. Βλέποντας μπροστά τους την τότε διαμορφωμένη κατάσταση, δεν πρόβλεψαν τις ασφυκτικές οικοδομικές συνθήκες που θα επικρατούσαν χρόνια αργότερα. Ετσι τους βόλευε τότε, έτσι έπραξαν. Χωρίς καμιά σκέψη για το τι θα συμβεί στο μέλλον. 
Από την άλλη, ίσχυσε και στην περίπτωση αυτή η γνωστή νεοελληνική πρακτική σύμφωνα με την οποία τα μεν χρήματα από την εκποίηση των οικοπέδων εισπράθηκαν, χωρίς ποτέ η τουλάχιστον τότε, να εκτελεσθούν τα δημόσια έργα για τα οποία επιχειρήθηκε η πρώτη επίσημη λοξοδρόμηση από το βαυαρικό σχέδιο. Είναι γνωστό πως το Δικαστικό μέγαρο (Διοικητήριο στην αρχή), είχε ήδη κατασκευασθεί το 1837πολύ πριν από το 1856 που ψηφίστηκε ο Νόμος για την οικοπεδοποίηση της πλατείας. Το Δημαρχείο και το Μουσείο άρχισαν να κατασκευάζονται πολύ αργότερα το 1873 και 1876 αντίστοιχα. Το υδραγωγείο έγινε 73 ολόκληρα χρόνια μετά την προσθήκη των 2 οικοδομικών τετραγώνων και οι στρατώνες για την χωροφυλακή και την φρουρά μαζί με τις ανασκαφές προς ανεύρεση αρχαιοτήτων αποτελούν ακόμη και σήμερα ζητούμενο. 
Αυτά το 1856. Δεν χρειάστηκαν παρά μόνον 9 χρόνια για να αρχίσει η ανοικοδόμηση των δύο οικοδομικών τετραγώνων. Αμ’έπος αμ’έργο λοιπόν η πρώτη «νόμιμη» παραβίαση του βαυαρικού σχεδίου. Η φωτογραφία του Paul Baron des Granzes του 1865 είναι εν προκειμένω αποκαλυπτική. Τέσσαρα νέα μονώροφα κτίσματα έχουν κάνει ήδη την εμφάνιση τους στο οικοδομικό τετράγωνο που ξεφύτρωσε μεταξύ της σημερινής Λεωφόρου Κ. Παλαιολόγου και του προς τον Ταϋγετο δυτικού τμήματος της πλατείας. Ηταν η αρχή και βέβαια έπεται και συνέχεια. , αφού το 1893, ο Βασιλεύς Γεώργιος με διάταγμα, καταργεί τον περιορισμό ως προς το ύψος των κτισμάτων των δύο επίμαχων οικοδομικών τετραγώνων και έτσι ολοκληρώνεται η άκομψη αρχιτεκτονικά αλλά και ανεπίτρεπτη πολεοδομικά παρέμβαση στο αρχικό σχέδιο του Staoufert.

Αντιγράφω και πάλι από το σχετικό φύλλο της εφημερίδας της Κυβέρνησης:
Περί οικοδομησίμων τινών τετραγώνων της πόλεως Σπάρτης. Γεώργιος Α΄Βασιλευς των Ελλήνων. Προτάσει του Ημετέρου επί των Εσωτερικών Υπουργού, καταργούμεν την διάταξιν του άρθρου 10 του από 30 Οκτωβρίου 1856 Ημετέρου Β. Διατάγματος δι ου διετάσσετο ειδικώς δια τα επί της πλατείας της πόλεως Σπάρτης οικοδομήσιμα τετράγωνα Χ. και Ψ. η κατασκευή μονωρόφων οικιών, και διατάσσομεν όπως επανέλθωσι εν ισχύι και επί των τετραγώνων τούτων Χ. και Ψ. αι διατάξεις του γενικού περί σχεδίων των πόλεων νόμου. 
Στον κάλαθο των αχρήστων λοιπόν και ο αρχικός περιορισμός ως προς το ύψος των δύο εκ των υστέρων και κόντρα στον αρχικό σχεδιασμό των Βαυαρών, δημιουργηθέντων οικοδομικών τετραγώνων. 
Με τα χρόνια χέρι μπαίνει και στην δυτική πλευρά της πλατειας, αφού καταργώντας τοναρχικό περιορισμό που ήθελε τα κτίσματα να είναι ισόγεια με την προσθήκηενός ημιώροφου για να μην κρύβεται ο Ταύγετος, προστίθενται δυό ακόμη όροφοι και το βουνό χωρίζεται βίαια απ’το αρμονικό του αγκάλιασμα με την πλατεία. Ακολουθούν οι καμάρες. Αλλες καταργούνται κι’άλλεςπαραμορφώνονται στην προσπάθεια να αποκτήσουν τα πατάρια των καταστημάτων θέα και φωτισμό. Και έτσι κάπως η μορφή της πλατείας της Αγοράς, όπως τουλάχιστον την οραματίστηκαν οι Βαυαροί, αλλάζει δραματικά. 
Στην ίδια φωτογραφία πάντως όταν κανείς απομονώσει οπτικά τα τέσσαρα κτίσμα- τα, μπορεί να αντιληφθεί την εικόνα που θα εμφάνιζε το κέντρο της πόλης αν είχε εφαρμοσθεί το αρχικό βαυαρικό σχέδιο και μεταξύ του Δημαρχείου και του Μουσείου δεν παρεμβάλλονταν τα δύο εκ των υστέρων δημιουργημένα οικοδομικά τετράγωνα. Χαρακτηριστική στην συγκεκριμένη περίπτωση είναι και η καταπληκτική εικονική φωτογραφική απεικόνιση της πλατείας χωρίς την μεσολάβηση των δυο οικοδομικών τετραγώνων, πού πέτυχε ο Νίκος ο Γεωργιάδης. 
Παρατηρώντας προσεχτικά το φωτογραφικό δημιούργημα του Paul Baron διαπιστώνει κανείς και μερικά άλλα ενδιαφέροντα στοιχεία. Και πρώτα απ’όλα είχε αρχίσει να μορφοποιείται η περιμετρική στοά με τις καμάρες, δίνοντας ένα ιδιαίτερο αρχιτεκτονικό χρώμα στην πλατεία. Κι’ακόμη ένα δείγμα από τα κτίσματα με τον ημιώροφο στην δυτική της πλευρά είχε αρχίσει να οικοδομείται, πιστοποιώντας με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο την έμπνευση των βαυαρών σχεδιαστών για την αισθητική «συμμετοχή» του Ταϋγέτου στο όλο αρχιτεκτονικό σκηνικό της πλατείας. Το μάτι όμως δεν σταματά εδώ. Περιφέρεται στο φωτογραφημένο από τον Γερμανό ευγενή, τοπίο, διαπιστώνοντας πως το 1865 η Σπάρτη είχε αρχίσει να κτίζεται. Κεραμοσκεπείς οικίες ανεγείρονται και σε κάποιες από αυτές έχουν αρχίσει να δημιουργούνται στο πίσω μέρος τους τα περίφημα περιβόλια. Κι’ακόμη οι δυο κεντρικές Λεωφόροι πού έμελλε να ταυτίσουν την ύπαρξη τους με την νεώτερη Σπάρτη, έχουν αρχίσει να διανοίγονται, προσθέτοντας επί πλέον πολεοδομικό κύρος και ομορφιά στην μικρή ακόμη πολίχνη. Σε λιγότερο όμως από 100 χρόνια, την δεκαετία του 1960, αρχίζει μια άνευ προηγμένου «μεταμόρφωση» της πόλης στηριγμένη στην νεοελληνική πρακτική του κατεδαφίσατε κάθε τι παλιό που θυμίζει την ρομαντική Σπάρτη και στην θέση του ανυψώσατε σύγχρονες πολυώροφες οικοδομές. Πολύ πιο «αποδοτικές και συμφέρουσες» από τα διώροφα κεραμοσκεπή νεοκλασσικά, αλλά συγχρόνως πιο απρόσωπες, πιό άχρωμες και χωρίς την απαλή αρχιτεκτονική φυσιογνωμία ενός νεοκλασικού. 
Πάνω από την φωτογραφημένη το 1865 Σπάρτη, στην κυριολεξία υπερίπταται το μυθικό βουνό της, Ο Ταύγετος. Αγέρωχος και ανεμοδαρμένος την αγκαλιάζει προ- στατευτικά όπως έκανε για αιώνες πρίν. Μόνον που η φωτογραφία του ξένου, κατορ- θώνει να αποδώσει μ’έναν ανεπανάληπτο τρόπο τούτο το σμίξιμο της πόλης με το βουνό, επαληθεύοντας στην πράξη και δικαιώνοντας με τον πιο πανηγυρικό τρόπο την πολεοδομική έμπνευση του Staoufert. 
Στην αρχή αυτής μου της αναφοράς είπα πως δικαιολογημένα ίσως αναρωτηθεί ο αναγνώστης τι μ’έπιασε και σκαλίζω θέματα που εδώ και χρόνια έχουν πάρει την οριστική τους μορφή. Οχι βέβαια για να αναζητηθούν ευθύνες και υπέύθυνοι, αφού διαχρονικά όλοι λίγο πολύ όσοι ζήσαμε και ζούμε σε αυτήν την πόλη, ευθυνόμαστε για την εικόνα πού παρουσιάζει σε σχέση με εκείνη πού σχεδίασαν ο Staoufert και οι Βαυαροί βλέποντας πολύ πιο μπροστά από την εποχή τους. Όλοι βάλαμε το χε- ράκι μας , άλλοι με τις ενέργειες κι’άλλοι με τις παραλείψεις μας. Κι’ακόμη κάμπο- σοι άλλοι με την αδιαφορία μας. Ούτε βέβαια η αναφορά στοχεύει στο να προκαλέσει αισθήματα ενοχής, μιάς και κάτι τέτοιο θα ήταν μάταιο αφού οι επίμαχες καταστάσεις έχουν προ πολλού παγιοποιηθεί, τα πράγματα έχουν πάρει πια την οριστική τους μορφή και τα πρόσωπα που διαδραμάτισαν καθοριστικό ρόλο σε αυτήν την αισθητικά ανεπίτρεπτη πολεοδομική επέμβαση, έχουν, εδώ και πολλά χρόνια φύγει. 
Αν πράγματι λοιπόν αναρωτιέστε προς τι η σημερινή μου φλυαρία, επιτρέψτε μου με μια μικρή εξομολόγηση να λύσω την πιθανή σας απορία. 
Εδώ και χρόνια, συνοδεύοντας έναν πιστό τετράποδο σύντροφο, ανηφορίζω στον λόφο του Ξενία. Σ’αυτή μου την καθημερινή βόλτα, σταματώ μπροστά από το εκκλησάκι του Σωτήρος, την Σωτηρίτσα, όπως την λέμε και αγναντεύω την Σπάρτη μας. Ομολογώ λοιπόν πως αυτή μου η συνεχής επαφή με την σύγχρονη την «μοντέρνα μορφή» της πόλης μας, είχε σαν αποτέλεσμα να παγιοποιηθεί αυτή η εικόνα στα μάτια μου, εξοβελίζοντας και παραμερίζοντας κάποιες άλλες που διατηρούσα στη μνήμη μου από την δεκαετία του 1960. Τότε που φοιτητής ανηφόριζα μαζί με την παρέα μου στο ΞΕΝΙΑ για καφέ αντικρίζοντας μια Σπάρτη διαφορετική απότην σημερινή. Πιό ανθρώπινη. Πιο μαζεμένη. Πιό φωτεινή. Μια Σπάρτη πού ακόμη δεν είχε αρχίσει η καθ’ύψος επέκτασή της. Μια Σπάρτη πού ακόμη από τις βεράντες του ΞΕΝΙΑ αγνάντευες την Πλατεία, το Δημαρχείο, ακόμη και το εργοστάσιο του Τσαπάρα πού η διαπεραστική του σειρήνα θύμιζε στην πόλη πως το μεσημέρι έφτασε. Βέβαια οι οπαδοί της θεωρίας σύμφωνα με την οποία ο Κόσμος τον 21ο αιώνα προχωρά με ιλιγγιώδη ταχύτητα ακάθεκτος, αποστρέφοντας το βλέμμα του από το χθες, μπορεί να με κατατάξουν στους αθεράπευτα ρομαντικούς, στους παλιομοδίτες. Η ακόμη και σε αυτούς που έχουν την τάση (κουσούρι το λένε μερικοί), γερνώντας να απαξιώνουν το παρόν, ωραιοποιώντας κάθε τι που τους θυμίζει το παρελθόν. Σ’όλους αυτούς λοιπόν, τους ρεαλιστές της ψηφιακής εποχής και τους οπαδούς του άκρατου μοντερνισμού, μπορεί κανείς να αντιτάξει μια διαχρονική αρχή πού ισχύει από τα πρώτα βήματα του ανθρώπου σε τούτο τον κόσμο και η οποία πρεσβεύει πως ο καλλίτερος τρόπος για να διαβλέψεις τα μελλούμενα σε κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα είναι να συγκρίνεις το σήμερα με το χθές, φυλλομετρώντας τον χρόνο προς τα πίσω. Αυτό έκανα και εγώ, ακολουθώντας την πάρα πάνω αρχή. 
Βλέποντας λοιπόν την φωτογραφία της Σπάρτης του Paul Baron des Granzes που δώρισαν από το Αρχείο του φωτογραφικού τους Οίκου ο Στέλιος και ο Δημήτρης Τόμπρος στην Πινακοθήκη μας, ξαφνικά όλες οι καταχωνιασμένες στο πίσω μέρος της μνήμης μου, εικόνες από την Σπάρτη του χθες γύρισαν, δημιουργώντας μου την επιθυμία γι’αυτή την σημερινή αναδρομή και συγχρόνως την διάθεση να την μοιραστώ με άλλους, διαλέγοντας σαν σημείο της επαφής μας την κεντρική μας πλατεία. Τήν κατά τους βαυαρούς χωροτάκτες και πολεοδόμους αυτής της πόλης Πλατεία της Αγοράς. Η επιλογή βέβαια δεν ήταν τυχαία αφού είναι το σήμα κατατεθέν της σύγχρονης Σπάρτης και σημείο αναφοράς κάθε ντόπιου και ξένου επισκέπτη στην πόλης μας. Συγχρόνως όμως αποτελεί και απτό δείγμα της νοοτροπίας που επικράτησε ως προς την διατήρηση η μη, της πολεοδομικής - αρχιτεκτονικής φυσιογνωμίας πού ο Staoufert θέλησε να προσδώσει στην πλατεία και συνακόλουθα και στην νέα Σπάρτη. Τήν κεντρική πλατεία που ο αλησμόνητος σύγχρονος τροβαδούρος της Σπάρτης, ο Θέμης ο Κεφαλόπουλος, πριν χρόνια, ένα ηλιόλουστο χειμωνιάτικο πρωινό, βολτάροντας πάνω της, ξαφνικά σταμάτησε και περιδιαβαίνοντας την με το βλέμμα του αποφάνθηκε πως … «τελικά δώσαμε πήραμε τα καταφέραμε να την μετατρέψουμε σ’ένα ευρύχωρο και ηλιόλουστο προαύλιο φυλακής». Η πλατεία αυτή λοιπόν είναι τρανή απόδειξη του τι μπορεί να συμβεί όταν τα όποια προβλήματα αντιμετωπίζονται κοντόφθαλμα, με λύσεις προσωρινές που ίσως ικανοποιούν ανθρώπινες ανάγκες κάποιας συγκεκριμένης χρονικής περιόδου, χωρίς να λαμβάνεται όμως υπ’όψη μια αλήθεια. Μια αλήθεια συγκλονιστικά απλή στην σύλληψη της που λέει πως οι άνθρωποι φεύγουν αλλά ο χώρος μένει για να υποδεχτεί τους επόμενους. Πάνω σ’αυτήν την λογική θα πρέπει να γίνονται οι σχεδιασμοί κάθε γενιάς. Μια λογική στην οποία πίστευαν οι Βαυαροί που εκπόνησαν το σχέδιο της πόλης μας και πάνω της στήριξαν την φιλοσοφία του όλου σχεδιασμού της, σε αντίθεση με εμάς που είναι φανερό πως ακόμη και σήμερα εξακολουθούμε να την αγνοούμε. Ας είναι λοιπόν τούτη η φωτογραφία της Σπάρτης του 1865 πολύτιμο κειμήλιο μνήμης και συγχρόνως ας αποτελέσει κίνητρο για την αποφυγή στο μέλλον λαθεμένων τακτικών που στοίχισαν και εξακολουθούν να στοιχίζουν στην πόλη μας και συνακόλουθα στους ανθρώπους της. Σ’εμάς, αλλά και σ’ όλους που θα ακολουθήσουν μετά από εμάς. 
Φίλε αναγνώστη ο υπότιτλος αυτής μου της αναφοράς είναι: Η ενδιαφέρουσα και ολίγον θλιβερή Ιστορία μιας πλατείας. Ειλικρινά δεν ξέρω αν πράγματι ήταν ενδιαφέρουσα, είναι κάτι άλλωστε που σε εσένα εναπόκειται να το κρίνεις. Πιστεύω όμως ότι θα συμφωνήσεις και εσύ μαζί μου πως ολίγον θλιβερή υπήρξε.

Έκθεση εικόνων

ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΟΛΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΑΡΘΡΑ
του Ανδρέα Πετρουλάκη
Το κλίκ της ημέρας
του Ανδρέα Πετρουλάκη
oncologists.gr

Πρόσφατα Νέα

Linardi Anastasia
Koutsoviti