Ο θαρραλέος Ηλίας, η πονόψυχη μητέρα μας και οι πρώτοι κανονιοβολισμοί

Τρίτη, 05 Φεβρουάριος 2019 20:31 | | E-MAIL ΕΚΤΥΠΩΣΗ

Κάθε φορά που υπάρχει μία διένεξη στο χωριό μου μεταξύ των κομμάτων, εμένα ο νους μου ταξιδεύει στα παλιά και στα παιδικά μας χρόνια. Είχαμε τα παιδιά χωριστεί σε ομάδες και με αυτοσχέδια όπλα, φτιαγμένα από εμάς από σανίδες και καλάμια, πολεμάγαμε μεταξύ μας έντιμα. Όταν ακούγαμε ριπή απ’ τον αντίπαλο, πέφταμε κάτω και παριστάναμε τον πεθαμένο, ώσπου να πέσει κι’ ο τελευταίος. Στο τέλος κάποια ομάδα νικούσε, βέβαια. Θυμάμαι τον αδελφό μου Ηλία 2 χρόνια μεγαλύτερο από εμένα, εκπρόσωπος του Κολωνακίου της Τρύπης να παλεύει με τον εκπρόσωπο της Βαλένθιας, του επάνω χωριού, κάποια χρόνια μεγαλύτερόν του, στο προαύλιο της κεντρικής Εκκλησίας μας και του σχολείου μας. Εγώ φοβόμουνα ότι θα τις φάει και γκρίνιαζα να παρατήσει τη μάχη. Εκείνος αντιστεκότανε με θάρρος και τα άλλα παιδιά ζητοκραύγασαν υπέρ του ενός και του άλλου, ώσπου μεσολαβούσε κάποιος ψύχραιμος και τελείωνε εκεί η διαμάχη τους.
Θυμάμαι τους γονείς, τους πρώτους μήνες του 1941, να φεύγουν κάποια βράδια, σε διάφορες συγκεντρώσεις, να ενημερωθούν απ’ το ραδιόφωνο για την πορεία του Αλβανικού μετώπου, να συγκεντρώσουν χρήματα και ρουχισμό, να στείλουν στο μέτωπο, όπου υπηρετούσε και ο μεγάλος μας αδελφός. Υπήρχε μεγάλη κινητικότητα στο σπίτι μας, κόσμος έμπαινε κι έβγαινε, μεταξύ αυτών και η μικρή Αφροδίτη κορίτσι με ειδικές ανάγκες και η γιαγιά της, Κώσταινα, μεγάλη γυναίκα, πρόθυμες να υπηρετήσουν τη μητέρα μου για ένα πιάτο φαΐ, και ότι άλλο προέκυπτε, χώρια κάποιους κανονικούς εργάτες, που είχαμε τακτικούς στη δούλεψή μας.
Θυμάμαι τη γνωστή τότε διακονιάρα, που ερχότανε στο χωριό από μακριά με το γαϊδουράκι της, ζητιάνα, για μια σταλιά λάδι που έπεφτε στο μπετονάκι της, απ’ το γιομάτο ροΐ της μητέρας μας. Γνώριζε αυτή και τα μικρά ονόματά μας, εμάς των παιδιών της οικογένειας κι έλεγε στη μάνα μας ευχές, για τον καθένα μας χωριστά, όσο έβλεπε να ρέει το λάδι απ’ το ροΐ της πονόψυχης μάνας μας. Το έβλεπε αυτό από μακριά και ο πατέρας και της φώναζε να σταματήσει να δέχεται άλλες ευχές απ’ την πονηρή ζητιάνα γιατί έτσι έβλεπε να αδειάζει, όλο το γιομάτο ροΐ της μάνας μας, στο άδειο μπετονάκι της.
Μέχρι τότε, την άνοιξη του 1941, το σπίτι μας ήτανε πλούσιο από λάδια, σιτάρια, ξερά σύκα, καρύδια και άλλα τρόφιμα για εμάς και τους εργάτες μας. Η κατοχή μας όμως από τους Γερμανούς, μετά τον Απρίλιο, άλλαξε ριζικά τη ζωή μας, όπως κι’ όλου του κόσμου, εκτός των μαυραγοριτών. Άρχισε ο κόσμος να οργανώνεται σε αντιστασιακές οργανώσεις και στις μεγάλες πόλεις πρωταρχικό θέμα ήτανε, το της επιβίωσης. Το χειμώνα του ’41 η οικογένειά μας φιλοξένησε αρκετούς Αθηναίους, που μας βοήθησαν στο μάζεμα της ελιάς για να πάρουν το μερίδιό τους σε λάδι, ώστε να επιβιώσουν, γιατί δουλειές δεν υπήρχαν και τα τρόφιμα τα δέσμευσαν οι Γερμανοί για τις δικές τους ανάγκες.
Τον πρώτο χρόνο της κατοχής, οργανώθηκε ο κόσμος στις αντιστασιακές οργανώσεις, ενάντια των εισβολέων Γερμανών. Δεν άργησε να μεσολαβήσει το μικρόβιο της διχόνοιας, που μας ταλανίζει εμάς τους Έλληνες 2500 χρόνια τώρα και άρχισαν οι εχθροπραξίες μεταξύ μας. Άλλο που δεν ήθελαν οι Γερμανοί και οι φίλες μας μεγάλες δυνάμεις, του διαίρει και βασίλευε. Θυμάμαι τους πρώτους κανονιοβολισμούς από τη Λιαπίνα στο χωριό μας, 9 χρονών παιδί και τρέχαμε σαν τ’ αγρίμια μες στα κατσάβραχα να τρυπώσουμε σε καμιά σπηλιά. Όταν βγαίναμε απ’ την κρύπτη μας και περνάγαμε απ’ το Μπιρμπίλι μας με τα κυπαρίσσια, αντικρίζαμε πολλά απ’ αυτά, αποψιλωμένα, γιατί κάποιες οβίδες των κανονιών, κτύπαγαν στις κορυφές τους. Αυτά για μένα ήτανε η πρώτη εμπειρία του πολέμου, με πραγματικά πυρά, καμιά σχέση έχουσα με τις μεταξύ μας διαμάχες, με τα ξύλινα οπλικά μας παιχνίδια μας.

Κεραυνοί εν αιθρία, κεραυνοί στη Βουλή,
κεραυνοί στα ψηλώματα με το δημοσίευμα της 29/1 άλλαξα ρότα
Είναι εποχή των κεραυνών, φίλοι μου αναγνώστες. Μετά τη Συμφωνία των Πρεσπών έχουν ενταθεί τα καιρικά φαινόμενα. Όλα βροντούν κι’ αστράφτουν. Κεραυνοί στα ψηλώματα της χώρας μας, με έντονες βροχές και πλημμύρες. Κεραυνοί στα έδρανα της Βουλής, στα χαμηλά και τα ψηλά. Κεραυνοί και επί της κεφαλής μου εν αιθρία. Και αρχίζω με τον κεραυνό του BLOOMBERG στις 29/1/19 στην εφημερίδα Λ.Τ. που έγραψε «Οι τραπεζικές μετοχές έχουν χάσει το 98% της αξίας τους την τετραετία του ΣΥΡΙΖΑ». Μου ήλθε κατακέφαλα αυτός ο κεραυνός γιατί είμαι μέσα κι’ εγώ.
Οι μετοχές μας άκουσον-άκουσον χάνουν 23,56% το χρόνο επί 4 χρόνια = 98%. Και είμαστε σε περίοδο ανάπτυξης. Γι’ αυτό φωνάζει ο Μητσοτάκης φύγετε μίαν ώρα αρχύτερα.
Πολλοί κεραυνοί έπεσαν και στα έδρανα της Βουλής και επί της κεφαλής του Αρχηγού της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης από όλους τους βουλευτές του Κυβερνητικού Κόμματος. Ο λαός λέει ότι οι κεραυνοί πέφτουν στα ψηλάματα και οι απανωτές κεραυνοβόλες κατηγορίες τους εντός της Βουλής, χωρίς να κυβερνά, τον έχουν πλέον καταστήσει αψηλό θεόρατο κυπαρίσσαρο στα μάτια του κόσμου, έτοιμο στα μάτια του κόσμου, έτοιμο να κυβερνήσει με άνετη πλειοψηφία και ικανότητα, να μας βγάλει από το βάλτο της ακινησίας. Δεν του χρειάζεται πλέον καμία προβολή από το κόμμα του της ΝΔ με αφίσες και τα τοιαύτα, το έργο αυτό το έχει αναλάβει η Κυβέρνηση με τα όργανά της. Είναι το μόνο έργο, που θα φέρει σε πέρας στην εντέλεια, φεύγοντας από την εξουσία, να του ανοίξει διάπλατα τις πύλες να περάσει. Θα είναι και για μένα η ευκαιρία της ζωής μου, να δω τις μετοχές μου στο χρηματιστήριο να ξεπετάγονται και γλυτώσω την ολοσχερή εξαφάνισή τους για τρίτη φορά, με τα νέα συστήματα του παρόντος καθεστώτος.

Υ.Γ. Φίλοι αναγνώστες ελπίζω ότι με καταλαβαίνετε, και μου επιτρέπετε το έντονο ύφος μου.

ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΟΛΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΑΡΘΡΑ
του Κυρ
Το κλίκ της ημέρας
του Κυρ
oncologists.gr

Πρόσφατα Νέα