Ο Λακεδαιμόνιος δρόμος στο γνωστό επίγραμμα του Σιμωνίδη

“Ὦ ξεῖν,’ ἀγγέλλειν Λακεδαιμονίοις ὅτι τῇδε κείμεθα τοῖς ’κείνων ῥήμασι πειθόμενοι”

Παρασκευή, 22 Μάρτιος 2019 20:45 | | E-MAIL ΕΚΤΥΠΩΣΗ

Με το επίγραμμα είχαμε ασχοληθεί και κατά το παρελθόν και είχαμε επιχειρήσει μία ερμηνευτική κατά κάποιον τρόπον αποκατάστασή του, δεδομένου ότι όλοι σχεδόν, ακόμη και στα σχολικά βιβλία, το αποδίδουν λάθος στα νέα ελληνικά. Ιδιαίτερα το απαρέμφατον “αγγέλλειν”. Που οι πολλοί το αποδίδουν “να ειπείς, να αναγγείλεις κάτω στη Σπάρτη κλπ” και άλλοι με προστακτική : ανάγγειλε. Όπως έγινε και τελευταία κατά τη συνάντηση Σπαρτιατών και Θεσπιέων, ύστερα από 2.500 χρόνια (Λακ. Τύπος 14/3/19), όπου εκεί ερμηνευόταν: «Ξένε, πες στους Λακεδαιμονίους ότι κειτόμεθα εδώ πιστοί στους νόμους», λες και οι Σπαρτιάτες δεν το ήξεραν αλλά περίμεναν τον ξένον, τον περαστικόν να τους το ειπεί. Είχαμε δε καταλήξει ότι αυτό είναι καταφανώς λάθος γιατί το απαρέμφατο “αγγέλλειν” είναι σε χρόνο ενεστώτα και όχι αόριστον και επομένως δεν μπορούμε να το αποδώσουμε “να ειπείς”. Αν ήταν να μεταφράσουμε έτσι ο ποιητής θα έπρεπε να είχε γράψει “ἀγγεῖλαι” (απαρέμφατο αορίστου) και όχι “ἀγγέλλειν”. Φυσικά ούτε με προστακτική.
Και καταλήγαμε στο κείμενο εκείνο ότι ορθή απόδοση του απαρεμφάτου ἀγγέλλειν είναι “να λες”. Να λες στο διηνεκές, στον αιώνα τον άπαντα να διαλαλείς όπου βρεθείς κι όπου σταθείς, όπως ο άνεμος που αντιδονεί και βγάζει χίλιους ήχους, περνώντας μέσα απ’ τα πανύψηλα δέντρα τιτάνες του Ταΰγετου. Κι έτσι, γίνεται φανερό το νόημα του επιγράμματος που αποκτά τεράστιες διαστάσεις, ενώ το “να ειπείς” ή όπως αλλιώς το στενεύει, το περιορίζει. Γιατί να ειπείς σημαίνει μια κι έξω, να αναγγείλεις. Εν αντιθέσει, με το “να λες” που είναι φωνή εκ του τάφου ακουομένη στους αιώνες μη επιδεχομένη αμφισβητήσεως.
Λέγαμε κι άλλα στο κείμενο εκείνο ιδιαίτερα για τις δοτικές “Λακεδαιμονίοις” και ”τοῖς ’κείνων ῥήμασι” και καλούσαμε το λάθος, ιδιαίτερα κατά την απόδοση του “ἀγγέλλειν” να διορθωθεί κι εμείς εδώ οι Λάκωνες να μην το επαναλαμβάνουμε (Λακ. Τύπος 4/9/2014).
Όμως αυτά τα μεγάλα ποιήματα δεν εξαντλούνται ποτέ. Ο λόγος δεν εξαντλείται, γιατί είναι Θεός. Κι όπως ο Θεός δεν έχει αρχή και τέλος έτσι κι ο λόγος. Και κάθε φορά που επανέρχεται κάποιος σ’ αυτά τα ποιήματα, έχουν να του ειπούν κι άλλα πολλά, σχετιζόμενα είτε με το νόημα ή με τη μορφή του λόγου. Άλλωστε οι αρχαίοι είναι φως κι απ’ αυτό θα φωτίζεται η ανθρωπότητα. Η πηγή στην οποίαν θα καταφεύγουν οι άνθρωποι για να πιουν.
Έτσι βλέποντας το επίγραμμα άλλη μία φορά, το είδα διαφορετικά. Με άλλη ματιά.
Τι “πονηρός” ο Σιμωνίδης είπα! Στο επίγραμμα εκτός των άλλων όσων μέχρι σήμερα έχουν γραφτεί, ο ποιητής καρφώνει και το πολίτευμα της Σπάρτης.
Και πρώτα-πρώτα βάζει τους ξένους να μιλούν. Η λέξη “ξένος” έχει επιθετική δύναμη. Αυτό γράφει το λεξικό των LIDDELL και SCOTT. Και η λέξη την διετήρησε την επιθετική της δύναμη.
Δεν βάζει τους Σπαρτιάτες να λένε ότι έπεσαν για την πατρίδα πιστοί στους Νόμους και το καθήκον, αλλά βάζει τον ξένο να λέει στους Λακεδαιμόνιους και για τους Λακεδαιμόνιους λες και εκείνοι που πέσανε στις Θερμοπύλες ήσαν άλλοι κι όχι Σπαρτιάτες. Είναι, εκτός των άλλων, και καρφί στη Σπάρτη το επίγραμμα. Τη Σπάρτη την απολυταρχική, την ολιγαρχική, τη σκληρή και άτεγκτη. Κι απορεί κανείς τι βρήκε ο “άτιμος” ο ποιητής. Είναι δηλαδή και πονηρό πολύ το επίγραμμα. Αντί να καθήσει να το ιδεί πατριωτικά, το είδε κι από άλλη οπτική γωνία.
Κανονικά οι Σπαρτιάτες θα έπρεπε να φύγουν. Την αποστολή τους που ήταν να καθυστερήσουν τους Πέρσες την εξετέλεσαν στο ακέραιο και με το παραπάνω. Ούτε υπήρχε ελπίδα τριακόσιοι άνθρωποι, επίλεκτοι βέβαια, που η μόνη δουλειά που ήξεραν ήταν να πολεμούν άριστα αλλά τριακόσιοι συν εφτακόσιοι (700) Θεσπιείς, να νικήσουν. Οι άλλοι έφυγαν. Τους έδιωξε ο Λεωνίδας, γιατί εγνώριζε ποια θα ήταν η κατάληξη. Ο ίδιος δε με τους τριακόσιους έμεινε γιατί δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. Και τονίζει κι αυτό ο επιγραμματοποιός, κυρίως αυτό.
Άδικα σκοτωθήκανε λέει. Μπορεί να ήσαν χρήσιμοι κάπου αλλού αργότερα αν έφευγαν, ιδιαίτερα αφού έκαναν το καθήκον τους και μάλιστα τόσο καλά. Τώρα η θυσία τους ήταν μάταιη. Κι απορεί κανείς που έστρεψε την προσοχή του ο επιγραμματοποιός και με τι τρόπο. Χωρίς όχι μόνο να προσβάλει αλλά να αναδεικνύει τη θυσία. “τοῖς ’κείνων ῥήμασι”. Σαν να ήθελε να δείξει τον πόνο των Σπαρτιατών. Λες και δεν ήσαν αυτοί Λακεδαιμόνιοι. Δεν ήσαν άνθρωποι πονεμένοι, αδύνατοι κι όχι θεοί. Όμως με τι πρόσωπο θα γυρίζανε πίσω αφού ούτε οι γυναίκες τους δεν θα τους δέχονταν. Κι αυτόν τον πόνο τον ανέδειξε, τον χτύπησε ο Σιμωνίδης.
Στο άλλο επίγραμμά του για τους Μαραθωνομάχους δεν αδίκησε. “Ἑλλήνων προμαχοῦντες Ἀθηναῖοι Μαραθῶνι…” (Μπροστά μπροστά στη μάχη του Μαραθώνος οι Αθηναίοι. Αυτοί σήκωσαν το μέγα βάρος (προμαχούντες). Υπήρχαν όμως κι άλλοι 1000 Πλαταιείς που δεν τους αγνοεί. Ούτε τους Σπαρτιάτες αδικεί που καθυστέρησαν να στείλουν βοήθεια. Δεν λέει τίποτα γι’ αυτά.
Εδώ όμως που ήσαν μόνοι οι Σπαρτιάτες τους καρφώνει. Ήταν σπουδαία η θυσία τους πράγματι και μεγάλη η νίκη τους (ισοδυναμεί με νίκη κι ακόμα παραπέρα) όπως όλες οι νίκες κατά των Περσών. Κι απ’ όλες αυτή η πιο μεγάλη καίτοι οι Σπαρτιάτες τελικά ηττήθησαν.
Ξεχύθηκε ολόκληρη η Περσία, ολόκληρη η Ασία, στρατός, στόλος, άλογα για να πολεμήσει και εξαφανίζει 2-3 πόλεις και μάλιστα ολιγάνθρωπες. Τους κατοίκους τους όλους όσους δεν θάσφαζαν θα τους πουλούσαν σκλάβους. Δεν θάμενε ούτε μαγιά αν νικούσαν οι Πέρσες. Το ελληνικό γένος θα εξαφανιζόταν. Συνεπώς είναι πολύ μεγάλες νίκες. Οι μεγαλύτερες της Ιστορίας της ανθρωπότητας. (Η Ιστορία των νεώτερων χρόνων δεν είναι ιστορία. Είναι αλητεία) Και ειδικά ο Ηρόδοτος τιμά όλους τους λαούς. Πουθενά βαρβαρότης. Και οι Πέρσες ήταν πολιτισμένος λαός. Κι αυτό προκύπτει όταν μελετούμε Ηρόδοτο.
Διαβάζω κι έτσι τις λέξεις στο επίγραμμα το οποίο επιδέχεται πολλές ερμηνείες όπως άλλωστε όλα τα μεγάλα αρχαία επιγράμματα. Να το λύσεις, να το αναλύσεις, να το ξεκλειδώσεις. Κι αυτές είναι ασκήσεις για το πανεπιστήμιο, αλλά δυστυχώς τα πανεπιστήμια…
Περαστικέ, διαβάτη, να λες εκεί ότι είμαστε εδώ λένε οι τριακόσιοι, χωρίς λόγο . “Πειθόμενοι τοις κείνων ρήμασι”. Μεγάλες κουβέντες. Μέσα σε δύο στίχους ο μεγάλος αυτός ποιητής έδωσε τα πάντα. Τα καλά και τα κακά της Σπάρτης. Και την αποφασιστικότητα και τον ηρωϊσμό και τη μεγάλη θυσία και τη μάταιη θυσία και όλα. Και εσύ που διαβάζεις προσλαμβάνεις τόσα ώστε μπορείς να διδάξεις με το επίγραμμα αυτό ολόκληρη τη Σπάρτη, ολόκληρον τον Σιμωνίδην, την μεγάλην ποίηση, τα πάντα. Τη Σπάρτη τη ζωγραφίζει εδώ ο ποιητής. Τους Νόμους της, πως ζούσαν, τους άρχοντες, τη δομή της, τη γενναιότητα των ανθρώπων της, τα καλά και τα κακά. Καθόλου τυχαία δεν ελέχθη ότι “Σιμωνίδης ὁ Κεῖος τὴν μὲν ποίησιν ζωγραφίαν λαλοῦσαν προσαγορεύει τὴν δὲ ζωγραφίαν ποίησιν σιωπῶσαν.”
Κι εκείνη η λέξη “ξένος” στην αρχή σπουδαία λέξη. Μεγάλη λέξη. Και μ’ αυτήν μπαίνει δυνατά. Και γίνεται πιο δυνατή στην κλητική. Να λες για τον ξένο και να μην τα σώνεις. (Είναι κάτι λέξεις, πολλές λέξεις της ελληνικής που είναι ατελείωτες. Όπως χέρια, Γη, χαίρε, θάλασσα, ουρανός, φως, διάνοια, χάος κ.τ.λ κ.τ.λ) Τέτοια και η λέξη ξένος. Την ακούς και λες ότι είναι εξωγήινος. Και η ξενιτειά έγινε τόπος. Ένα εξωγήινο μέρος που κατοικούν εξωγήινοι, αφού όλος ο κόσμος πέρα απ’ το σπίτι σου, τους δικούς σου ανθρώπους, τη μάννα σου, τον πατέρα σου, τ’ αδέρφια σου, είναι ξενητειά. Ακόμα και το χωριό σου καμμιά φορά. Όπως:
Ξένος εδώ, ξένος εκεί όπου κι αν πάω ξένος
Κι αν πάω και στον τόπο μου κι εκεί ξενιτεμένος.
Πηδάει το μυαλό του ανθρώπου σαν άλογο χωρίς χαλινάρι. Και παράξενη η λέξη ξένος. Που πήγε και επιστράτευσε τον ξένον εδώ ο ποιητής! Παράξενη και γλυκιά λέξη. Βαρειά. Πως πολύ αργότερα ο Δημοτικός ποιητής είπε:
“η ξενιτειά, ο θάνατος, η πίκρα, η ορφάνεια
τα τέσσερα τα ζύγισαν βαρύτερα τα ξένα”
και το άλλο :
Ξενητεμένο μου πουλί, επήρα τη γραφή σου
Στον κόρφο μου την έβαλα κι είπα: καρδιά δροσίσου
Και :
ο ξένος εις την ξενιτειά πρέπει να βάνει μαύρα
Για να ταιριάζει η φορεσιά με της καρδιάς τη λαύρα.
Και χίλια άλλα.
Τι δεν έχει αυτή η γλώσσα! Αστείρευτο πηγάδι να πιεί όλος ο κόσμος. Που εμείς τόχουμε στην αυλή μας, και δυστυχώς το τσιμεντώσαμε και βγήκαμε διακονιά.
Κλείνοντας θα πούμε ότι ο πιο βαθύς τρόπος να δημιουργήσεις συζήτηση είναι οι λέξεις. Μια οποιαδήποτε λέξη να πιάσεις, όπως εδώ τον ξένο, μπορεί να σου ξεσηκώσει την ψυχή... Ό,τι κι αν πιάσεις. Το αλλά, το μεν, τη δια, το ήτα το διαζευκτικό. Πού μπαίνει, γιατί μπαίνει, τι νόημα παίρνει κάθε φορά.
Κι αν το ξεκινήσει ο δάσκαλος στην τάξη κάνει το μυαλό του παιδιού να εκλεπτύνεται στη γλώσσα και την ιστορία. Και εγώ σήμερα είδα τον ξένο να λέει στους Λακεδαιμόνιους και για τους Λακεδαιμόνιους. Τι να μη λέει;

ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΟΛΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΑΡΘΡΑ
του Ανδρέα Πετρουλάκη
Το κλίκ της ημέρας
του Ανδρέα Πετρουλάκη
oncologists.gr

Πρόσφατα Νέα